1913
Η επανάσταση της Σάμου και η ένωση με την Ελλάδα

Παρότι η Σάμος συμμετείχε ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και παρέμεινε υπό ελληνική διοίκηση καθ’ όλη τη διάρκειά της, τελικά δεν εντάχθηκε στα εδάφη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Τον Δεκέμβριο του 1832 δημοσιεύθηκε ο λεγόμενος «Προνομιακός Χάρτης», ο οποίος καθόριζε το πολιτικό καθεστώς του νησιού.
Σύμφωνα με αυτόν, η Σάμος αναγνωριζόταν ως αυτόνομη ηγεμονία, αλλά παρέμενε φόρου υποτελής στον σουλτάνο. Τη διοίκηση αναλάμβανε ένας χριστιανός ηγεμόνας, ο οποίος διοριζόταν απευθείας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σάμος στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν αποτελούσε αυτόνομη ηγεμονία υπό οθωμανική επικυριαρχία.
Πολιτικές εντάσεις και η οθωμανική επέμβαση
Το καθεστώς της Σάμου παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητο έως την ένωση με την Ελλάδα. Η Υψηλή Πύλη είχε το δικαίωμα να διορίζει και να παύει τους ηγεμόνες, γεγονός που συχνά προκαλούσε πολιτικές κρίσεις.
Στα τέλη του 1907, η φιλελεύθερη παράταξη της Σαμιακής Συνέλευσης, με επικεφαλής τον νεαρό τότε πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη, αντέδρασε στην πολιτική που εφάρμοζε η Πύλη μέσω του ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση. Οι αντιπαραθέσεις κλιμακώθηκαν και οδήγησαν σε ένοπλες ταραχές. Ο Κοπάσης ζήτησε τότε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στρατιωτική ενίσχυση.
Στις 12 Μαΐου 1908, περίπου 200 Οθωμανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο νησί για να ενισχύσουν τη φρουρά. Λίγες ημέρες αργότερα, έφτασαν ακόμη 4.000 άνδρες, οι οποίοι κατέλαβαν καίριες θέσεις και δημόσια κτίρια στην πρωτεύουσα, το Βαθύ.

Η επέμβαση αυτή ουσιαστικά κατήργησε την αυτονομία της Σάμου και επέτρεψε στον Κοπάση να εγκαθιδρύσει προσωπικό καθεστώς. Οι κύριοι πολιτικοί αντίπαλοί του, μεταξύ των οποίων και ο Σοφούλης, εγκατέλειψαν το νησί και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα.
Ο Κοπάσης παρέμεινε στην εξουσία έως τις 9 Μαρτίου 1912, όταν δολοφονήθηκε από τον Μακεδόνα Σταύρο Μπαρέτη, ο οποίος ενεργούσε κατόπιν εντολών των αυτοεξόριστων Σαμίων της Αθήνας. Μετά τον θάνατό του, η ηγεμονία ανατέθηκε στον Γρηγόριο Βεγλερή.
Η εξέγερση του Σοφούλη και η αποχώρηση των Οθωμανών
Τον Σεπτέμβριο του 1912, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης αποβιβάστηκε στον Μαραθόκαμπο της Σάμου, συνοδευόμενος από ομάδα ενόπλων — κυρίως Κρητικών και Ικαριωτών — η οποία ενισχύθηκε γρήγορα από ντόπιους Σαμίους.
Το κίνημα ευνοήθηκε σημαντικά από τον ιταλο-οθωμανικό πόλεμο που βρισκόταν σε εξέλιξη. Οι Ιταλοί είχαν αποκλείσει τα μικρασιατικά παράλια, καθιστώντας αδύνατη την αποστολή οθωμανικών ενισχύσεων. Επιπλέον, ιταλικά πολεμικά πλοία βύθισαν πλοίο της οθωμανικής ακτοφυλακής στο λιμάνι του Βαθέος.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης κατά την περίοδο των γεγονότων που οδήγησαν στην ένωση με την Ελλάδα.
Οι Έλληνες αγωνιστές κατάφεραν να αποκρούσουν πολλές επιθέσεις των οθωμανικών στρατευμάτων. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1912, οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν τη Σάμο και κατευθύνθηκαν προς τη Μικρά Ασία.
Την επόμενη ημέρα, οι Σάμιοι εξέλεξαν αντιπροσώπους για τη σύγκληση της Σαμιακής Συνέλευσης, η οποία ανέδειξε πρόεδρο τον Σοφούλη και του ανέθεσε τη διαχείριση των υποθέσεων του νησιού.
Η κήρυξη της Ένωσης με την Ελλάδα
Περίπου έναν μήνα μετά την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, στις 11 Νοεμβρίου 1912, η Σαμιακή Συνέλευση κήρυξε επίσημα την
«Ένωσιν της Σάμου μετά του Ελευθέρου Ελληνικού Βασιλείου όπως αποτελέση μετ’ αυτού εν αδιαίρετον και ενιαίον Ελληνικόν Κράτος»,
καλώντας την ελληνική κυβέρνηση και τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ να αποδεχθούν την απόφαση.
Ωστόσο, καθώς η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων —ιδιαίτερα στη θάλασσα— δεν είχε ακόμη κριθεί, η ελληνική κυβέρνηση δεν απάντησε άμεσα.
Η άφιξη του ελληνικού στόλου και η οριστική ένωση

Ελληνικά πολεμικά πλοία και στρατιώτες στη Σάμο το 1913, κατά την περίοδο που ολοκληρώθηκε η ένωση του νησιού με την Ελλάδα.
Όταν πλέον διαφάνηκε ότι ο ναυτικός αγώνας είχε κριθεί υπέρ του ελληνικού στόλου, η ελληνική κυβέρνηση απέστειλε στη Σάμο το θωρηκτό «Σπέτσαι», συνοδευόμενο από άλλα πολεμικά πλοία.

Το ελληνικό θωρηκτό «Σπέτσαι» αγκυροβολημένο στη Σάμο, κατά την περίοδο των γεγονότων που οδήγησαν στην ένωση του νησιού με την Ελλάδα το 1913, παρουσία πλήθους κατοίκων που παρακολουθούν με ενθουσιασμό.
Στις 2 Μαρτίου 1913, οι Έλληνες στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο Βαθύ, όπου έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τον τοπικό πληθυσμό, γεγονός που επισφράγισε ουσιαστικά την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα.















