1997
Η ανατριχιαστική υπόθεση του Έλληνα ταξιτζή-serial killer

Σαν σήμερα, στις 10 Απριλίου 1997, η υπόθεση του Δημήτρη Βακρινού περνούσε οριστικά στο επίκεντρο της δημοσιότητας, μία ημέρα μετά τη σύλληψή του, καθώς ο οδηγός ταξί που αρχικά θεωρούνταν ύποπτος για δύο φόνους και σειρά ληστειών, κατέρρευσε στην Ασφάλεια και ομολόγησε ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα εγκλημάτων.
Ο Τύπος της εποχής τον παρουσίασε ως έναν από τους πιο ακραίους κατά συρροήν δολοφόνους που είχαν απασχολήσει τη χώρα, με πέντε ανθρωποκτονίες, σοβαρούς τραυματισμούς και ληστείες να αποδίδονται στη δράση του.
Το προφίλ του δράστη
Ο Βακρινός είχε γεννηθεί το 1963 στην Πυρρή Γορτυνίας, σε μια πολύ φτωχή οικογένεια. Μεγάλωσε σε συνθήκες κακοποίησης, εγκατέλειψε το χωριό του σε ηλικία 13 ετών, εργάστηκε αρχικά σε ταβέρνα στη Χασιά, πέρασε από ίδρυμα στην Ελευσίνα και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε ως ηλεκτροσυγκολλητής στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Παράλληλα άρχισε να δουλεύει ως ταξιτζής και, μετά το 1992, αφιερώθηκε αποκλειστικά στο ταξί. Στις μεταγενέστερες αναδρομές του Τύπου περιγράφεται ως άνθρωπος εσωστρεφής, μοναχικός και βίαιος, με δύο σύντομους γάμους και έντονη αίσθηση ταπείνωσης, που ο ίδιος συνέδεε ακόμη και με το ύψος του.

Αρχειακή φωτογραφία του Δημήτρη Βακρινού από δημοσιεύματα της περιόδου που ακολούθησε τη σύλληψή του. (Αρχειακή αναπαραγωγή Τύπου)
Στην κοινή γνώμη έμεινε και ως ο «κοντός» δολοφόνος, επειδή ο ίδιος είχε αποδώσει μέρος της οργής του στο κόμπλεξ που ένιωθε για το ανάστημά του. Ωστόσο, πολλά μεταγενέστερα δημοσιεύματα επισημαίνουν πως η τηλεοπτική και εφημεριδική υπερπροβολή αυτού του στοιχείου οδήγησε τότε σε μια χλευαστική και συχνά ρατσιστική αντιμετώπιση, που ξεπερνούσε την ίδια την εγκληματική υπόθεση.
Οι φόνοι που αποκαλύφθηκαν μετά την ομολογία
Η ομολογία του ξεδίπλωσε μια διαδρομή αίματος που κάλυπτε χρόνια. Το πρώτο θύμα ήταν ο Παναγιώτης Γαγλίας, φίλος και γνώριμός του από τον υπόκοσμο, τον οποίο σκότωσε το 1987 ύστερα από καβγά, χτυπώντας τον με σιδερολοστό μέσα στο σπίτι του και εγκαταλείποντας αργότερα το πτώμα σε ερημική περιοχή. Για τον πρώτο εκείνον φόνο είχε πει αργότερα: «Μόνο στον πρώτο φόνο είχα εφιάλτες. Για ενάμιση χρόνο. Έπειτα εντάξει, κοιμόμουνα ήσυχος. Την ώρα που σκότωνα θαμπώνανε τα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Άμα κάνεις την αρχή μετά είναι δύσκολο να κάνεις πίσω. Γλυκαίνεσαι».
Ακολούθησε η δολοφονία της 25χρονης Αναστασίας Σιμιτζή το 1993. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες ανασυνθέσεις της υπόθεσης, η γυναίκα επιβιβάστηκε στο ταξί του, οι δυο τους βγήκαν για ποτό και όταν εκείνη αρνήθηκε να τον ακολουθήσει για να συνευρεθούν, την οδήγησε σε ερημικό σημείο, την περιέλουσε με βενζίνη και την έκαψε ζωντανή. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα αποδώσει το έγκλημα στις «ορμόνες», σε μια από τις πιο κυνικές δηλώσεις που συνδέθηκαν με την υπόθεση.
Στη συνέχεια, σκότωσε τον συνάδελφό του ταξιτζή Θεόδωρο Ανδρεάδη, επειδή θεωρούσε ότι του είχε «κλέψει» κούρσα σε πιάτσα της Ελευσίνας. Τέσσερις μήνες μετά τον καβγά, προσποιήθηκε τον πελάτη, μπήκε στο ταξί του, του ζήτησε να τον μεταφέρει προς την Κόρινθο και τον πυροβόλησε πέντε φορές. Κατόπιν έκλεψε και έκαψε το ταξί, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες είχε εμφανιστεί αργότερα ακόμη και στην κηδεία του θύματός του.

Δημοσίευμα της εποχής για τη μεταγωγή και τις καταθέσεις γύρω από την υπόθεση Βακρινού. (Αρχειακή αναπαραγωγή Τύπου)
Δύο ακόμη θύματα ήταν τα αδέλφια Κώστας και Αντώνης Σπυρόπουλος, το 1995. Ο Βακρινός ένιωσε ότι τον είχαν αδικήσει σε αγοραπωλησία αυτοκινήτου, τους εντόπισε, τους πυροβόλησε σε βενζινάδικο και επέστρεψε με δεύτερο όπλο για να τους δώσει τις χαριστικές βολές. Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, είχε πυροβολήσει και άλλους ανθρώπους, αφήνοντας τουλάχιστον δύο με μόνιμες αναπηρίες, ενώ συνδέθηκε και με σειρά ληστειών σε Νίκαια, Αιγάλεω και λεωφόρο Αθηνών.
Η υπόθεση Αγιαννίδη και η αρχή του τέλους
Καθοριστική για την τελική αστυνομική πίεση υπήρξε η επίθεση σε βάρος του Σεραφείμ Αγιαννίδη το 1996. Ο Βακρινός πίστευε ότι του είχε «χαλάσει» προξενιό με μια γυναίκα και, όπως είπε αργότερα στην αστυνομία, «γι’ αυτό έπρεπε να πεθάνει». Πήγε στο σπίτι του με κουκούλα, η μητέρα του Αγιαννίδη ειδοποίησε την αστυνομία, εκείνος κρύφτηκε και, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες ανασυνθέσεις, όταν εμφανίστηκε ο στόχος του τον πυροβόλησε, ενώ άνοιξε πυρ και κατά αστυνομικών, τραυματίζοντας έναν ένστολο και τον πατέρα του θύματος. Από εκείνο το σημείο και μετά, η σύλληψή του έγινε προτεραιότητα για την ΕΛ.ΑΣ.
Η σύλληψη και η κατάρρευση

Ο Δημήτρης Βακρινός κατά τη μεταγωγή του μετά τη σύλληψή του τον Απρίλιο του 1997. (Αρχειακή αναπαραγωγή / δημοσιευμένο φωτογραφικό υλικό της εποχής)
Η έρευνα οδηγήθηκε τελικά στον Βακρινό μέσα από μαρτυρία γυναίκας που είχε δει τον δράστη της επίθεσης να απομακρύνεται με ταξί, σε συνδυασμό με βαλλιστικά ευρήματα που συνέδεαν το ίδιο όπλο με άλλες υποθέσεις ληστειών και επιθέσεων. Οι αστυνομικοί στράφηκαν στις πιάτσες ταξί, μέχρι που ένας από αυτούς διατύπωσε την κρίσιμη υπόθεση ότι ο ύποπτος ίσως δεν ήταν πελάτης αλλά ο ίδιος οδηγός ταξί. Όταν συνελήφθη, μέσα σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο ομολόγησε όχι μόνο τα εγκλήματα για τα οποία ήδη ερευνάτο, αλλά και τρεις ακόμη δολοφονίες.
Έξω από το γραφείο του εισαγγελέα είχε δηλώσει: «Τι να πω; Είμαι ένα κτήνος. Πρέπει να πληρώσω». Και όταν ρωτήθηκε αν είχε ψυχολογικά προβλήματα, απάντησε: «για να φτάσει κανείς ως εδώ, κάτι έχει. Μου αξίζει η εκτέλεση». Το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης ήταν καταιγιστικό, με την υπόθεση να μετατρέπεται αμέσως σε πρώτο θέμα και τις τηλεοπτικές εκπομπές να αφιερώνουν ατελείωτες ώρες στη δράση του.
Η αυτοκτονία στον Κορυδαλλό
Ο Δημήτρης Βακρινός δεν οδηγήθηκε ποτέ σε δίκη. Στις 12 Μαΐου 1997 βρέθηκε νεκρός στις φυλακές Κορυδαλλού, κρεμασμένος με κορδόνια παπουτσιών από σωλήνα στα λουτρά, σε μια υπόθεση που καταγράφηκε ως αυτοκτονία. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες δημοσιογραφικές αναδρομές, δεν άφησε σημείωμα και παρέμεινε ασαφές πώς βρήκε τα κορδόνια, παρά το γεγονός ότι ήταν σε καθεστώς αυξημένης επιτήρησης λόγω φόβων για τη σωματική του ακεραιότητα μέσα στη φυλακή.

Πρωτοσέλιδο αναφοράς στην υπόθεση μετά τον θάνατό του στις φυλακές Κορυδαλλού. (Αρχειακή αναπαραγωγή Τύπου)
Λίγο πριν από το τέλος, στην τελευταία του συνέντευξη από το κελί, προσπάθησε να εξηγήσει τα εγκλήματά του με λόγια που έμειναν χαρακτηριστικά: «Οι φοβίες. Για όλα φταίνε οι φοβίες και το άδικο. Εγώ γεννήθηκα ήμερο ζώο, αλλά έγινα άγριο ζώο (…) Οι καταστάσεις φταίνε. Όλο κάποιος με προσέβαλλε άδικα». Και παρακάτω: «Πάνω από όλα ήθελα να εκδικηθώ, όποιον με έθιγε αναίτια και με προσέβαλλε. Θα πυροβολούσα και μυρμήγκι, αν με αδικούσε».
Τι άφησε πίσω της η υπόθεση
Η υπόθεση Βακρινού έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για την ακραία βία της, αλλά και γιατί ανέδειξε τις αδυναμίες της τότε αστυνομικής διερεύνησης. Πολλά από τα εγκλήματα είχαν αφήσει πρόχειρα ίχνη, ωστόσο χρειάστηκε να συνδεθούν εκ των υστέρων. Παράλληλα, έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις της δεκαετίας του 1990 που τροφοδότησαν την τηλεοπτική εγκληματολογία, αλλά και έναν έντονα τοξικό δημόσιο λόγο γύρω από το σωματότυπο, την «παθολογία» και την κοινωνική καταγωγή του δράστη.
Αρκετές μεταγενέστερες αναδρομές επισημαίνουν επίσης ότι, παρότι τότε χαρακτηρίστηκε συχνά «ο πρώτος Έλληνας serial killer», η σχετική χρήση του όρου στον ελληνικό Τύπο ήταν περισσότερο δημοσιογραφική παρά αυστηρά εγκληματολογική, καθώς στη βιβλιογραφία και στη δημοσιογραφία έχουν κατά καιρούς αναφερθεί και άλλες παλαιότερες υποθέσεις με τον ίδιο χαρακτηρισμό.















