1967
Η χούντα απαγορεύει τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη

Σαν σήμερα 01 Ιουνίου, το 1967, το καθεστώς των συνταγματαρχών προχώρησε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές πράξεις λογοκρισίας της πρώτης περιόδου της δικτατορίας: απαγόρευσε την πώληση των δίσκων του Μίκη Θεοδωράκη, καθώς και τη μετάδοση της μουσικής του.
Ο Θεοδωράκης, ήδη ένας από τους σημαντικότερους και πιο επιδραστικούς Έλληνες μουσικοσυνθέτες, βρέθηκε από πολύ νωρίς στο στόχαστρο της χούντας. Οι αριστερές του πεποιθήσεις, η πολιτική του δράση και ο ανοιχτός αντιδικτατορικός του λόγος τον κατέστησαν για το καθεστώς έναν επικίνδυνο συμβολικό αντίπαλο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης σε νεαρή ηλικία, την περίοδο που η μουσική και η δημόσια παρουσία του είχαν ήδη αποκτήσει έντονο πολιτικό φορτίο.
Το διάταγμα της απαγόρευσης
Η απαγόρευση δεν ήταν τυχαία ούτε αποσπασματική. Λίγες εβδομάδες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, η χούντα επιχείρησε να ελέγξει κάθε μορφή δημόσιας έκφρασης, από τον Τύπο και το θέατρο μέχρι τη μουσική και τα τραγούδια.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα και ιστορικές αναφορές, τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη απαγορεύθηκαν με το υπ’ αριθμ. 13/1-6-1967 ειδικό διάταγμα του αρχηγού του Επιτελείου Στρατού, Οδυσσέα Αγγελή. Το καθεστώς δεν απαγόρευσε μόνο την πώληση ή τη δημόσια εκτέλεση της μουσικής του, αλλά επιχείρησε να καταστήσει παράνομη ακόμη και την ακρόασή της.
Γιατί ο Θεοδωράκης έγινε στόχος
Η απόφαση της χούντας δεν προκάλεσε έκπληξη. Από την πρώτη στιγμή της επιβολής του στρατιωτικού καθεστώτος, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε ταυτιστεί με την αντίσταση απέναντι στην καταπίεση και στον φασισμό.
Η μουσική του είχε έντονο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Τα τραγούδια του είχαν συνδεθεί με τους αγώνες της Αριστεράς, τη Νεολαία Λαμπράκη, τα αιτήματα για δημοκρατία και την ανάγκη ελευθερίας. Για τη δικτατορία, η φωνή του δεν ήταν απλώς καλλιτεχνική· ήταν πολιτική.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στη Ζάτουνα Αρκαδίας μαζί με τα παιδιά του, κατά την περίοδο της εξορίας του από τη δικτατορία.
Λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα, ο Θεοδωράκης συνέβαλε στη συγκρότηση του Πατριωτικού/Πανελλήνιου Αντιδικτατορικού Μετώπου, μιας από τις πρώτες αντιδικτατορικές οργανώσεις της περιόδου.
Από την απαγόρευση στη φυλακή και την εξορία
Η δίωξη του Θεοδωράκη δεν περιορίστηκε στους δίσκους και στα τραγούδια του. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συνελήφθη, φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ, εξορίστηκε στη Ζάτουνα Αρκαδίας και αργότερα κρατήθηκε στο στρατόπεδο του Ωρωπού. Ακόμη και όταν δεν βρισκόταν στη φυλακή ή στην εξορία, ζούσε υπό διαρκή παρακολούθηση.
Η περίοδος της Ζάτουνας υπήρξε σκληρή, αλλά και δημιουργική. Εκεί ο Θεοδωράκης συνέχισε να γράφει μουσική, ποιήματα και πολιτικά κείμενα, μετατρέποντας την εξορία σε ακόμη ένα πεδίο αντίστασης.
Η μουσική ως όπλο αντίστασης
Παρά την προσπάθεια φίμωσης, η μουσική του Θεοδωράκη δεν έπαψε να ακούγεται. Αντίθετα, η απαγόρευση την έκανε ακόμη πιο ισχυρό σύμβολο. Τα τραγούδια του περνούσαν από στόμα σε στόμα, τραγουδιούνταν χαμηλόφωνα, συνόδευαν μνήμες, κηδείες, συγκεντρώσεις και πράξεις αντίστασης.
Ο Θεοδωράκης μετατράπηκε σε διεθνές σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα. Για την απελευθέρωσή του κινητοποιήθηκαν προσωπικότητες του διεθνούς πολιτισμού, μεταξύ των οποίων οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Λέοναρντ Μπερνστάιν, Άρθουρ Μίλερ και Χάρι Μπελαφόντε. Τελικά, το 1970 του επετράπη να φύγει στο Παρίσι, ύστερα από διεθνείς πιέσεις.
Μετά την πτώση της δικτατορίας

Ο Μίκης Θεοδωράκης με μουσικό όργανο, σε στιγμιότυπο που αποτυπώνει τη στενή σχέση του με τη σύνθεση και το τραγούδι.
Μετά την πτώση της χούντας, ο Μίκης Θεοδωράκης συνέχισε να έχει ενεργό δημόσιο και πολιτικό ρόλο. Η μουσική του, που το καθεστώς προσπάθησε να εξαφανίσει, επέστρεψε δυναμικά στον δημόσιο χώρο και συνδέθηκε με τη Μεταπολίτευση, τη δημοκρατική αποκατάσταση και τη συλλογική μνήμη της αντίστασης.
Η απαγόρευση της 1ης Ιουνίου 1967 έμεινε ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές αποδείξεις του φόβου που προκαλούσε στην εξουσία η τέχνη όταν αποκτούσε πολιτικό περιεχόμενο.
Η ιστορική σημασία της απαγόρευσης
Η απαγόρευση της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη δεν ήταν απλώς ένα μέτρο λογοκρισίας. Ήταν μια προσπάθεια του καθεστώτος να σβήσει έναν ήχο που είχε ταυτιστεί με την ελευθερία, τη δημοκρατία και την αντίσταση.
Τελικά, συνέβη το αντίθετο. Η μουσική του έγινε ακόμη πιο φορτισμένη, ακόμη πιο αναγνωρίσιμη και ακόμη πιο επικίνδυνη για τη δικτατορία. Η περίπτωση Θεοδωράκη έδειξε ότι ένα τραγούδι μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική πράξη και ότι η τέχνη, όταν συνδέεται με την κοινωνία, δεν φιμώνεται εύκολα.















