Εικόνες

27 Ιουνίου

Ο Σπύρος Καλογήρου, ο σπουδαίος «κακός» του ελληνικού κινηματογράφου που αγαπήθηκε όσο λίγοι

Ο Σπύρος Καλογήρου, ο σπουδαίος «κακός» του ελληνικού κινηματογράφου που αγαπήθηκε όσο λίγοι

Σαν σήμερα, 27 Ιουνίου 2009, έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Καλογήρου, ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Αν και το κοινό τον ταύτισε με τους πιο σκληρούς και αδίστακτους «κακούς» της μεγάλης οθόνης, όσοι τον γνώρισαν από κοντά μιλούσαν για έναν ευγενικό, καλοσυνάτο και ιδιαίτερα ευαίσθητο άνθρωπο. Η χαρακτηριστική φυσιογνωμία, η επιβλητική παρουσία και το σπουδαίο υποκριτικό του ταλέντο τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πιο ξεχωριστούς ηθοποιούς της γενιάς του, ενώ η ατάκα «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη» πέρασε για πάντα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Ο Σπύρος Καλογήρου πριν καθιερωθεί ως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και οι εμπειρίες της Κατοχής

Ο Σπύρος Καλογήρου γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1922 στην Κυψέλη, όμως μεγάλωσε στα Σεπόλια, βιώνοντας από μικρός δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Για τη μητέρα του μιλούσε πάντοτε με απέραντο σεβασμό, χαρακτηρίζοντάς τη «ηρωίδα», καθώς κατάφερε να μεγαλώσει την οικογένεια μέσα στις στερήσεις.

Μετά την ολοκλήρωση του Δημοτικού φοίτησε στη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή, παραδεχόμενος αργότερα πως ένας από τους λόγους που γράφτηκε εκεί ήταν το συσσίτιο που προσφερόταν στους μαθητές. Παρά τις δυσκολίες, όμως, δεν εγκατέλειψε ποτέ το μεγάλο του όνειρο: να γίνει ηθοποιός.

Τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή του. Ο ίδιος συνήθιζε να περιγράφει με ωμό ρεαλισμό την καθημερινότητα εκείνης της περιόδου, λέγοντας στους φίλους του:

«Στην κατοχή έπρεπε να τα πουλάς και να τα αγοράζεις όλα».

Υποστήριζε ότι τότε είχε υπάρξει σαλταδόρος, μαυραγορίτης και έμπορος λαθραίων τσιγάρων, προσπαθώντας, όπως τόσα άλλα παιδιά της εποχής, να επιβιώσει.

Χαρακτηριστική ήταν και η εξήγησή του για το πώς αντιλαμβανόταν την αντίσταση απέναντι στους κατακτητές:

«Αυτό πέρναγε ρε, εκείνη την εποχή. Μπορούσες, το ’λεγε η καρδιά σου να τον δουλέψεις, να τον ξεγελάσεις, να τον κλέψεις, να τον φέρεις βόλτα τον Γερμανό; Ε, αυτό ήταν. Ήσουν αντιστασιακός».

Ο Σπύρος Καλογήρου καθιερώθηκε ως ο πιο χαρακτηριστικός «κακός» του ελληνικού κινηματογράφου, συμμετέχοντας σε δεκάδες επιτυχημένες ταινίες της χρυσής εποχής.

Από τους στίχους στο ραδιόφωνο στη Δραματική Σχολή

Πριν ακόμη ασχοληθεί επαγγελματικά με την υποκριτική, ο Σπύρος Καλογήρου έγραφε στίχους, τους οποίους διάβαζε στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων.

Εκεί τον άκουσε ένας σκηνοθέτης του σταθμού, ο οποίος διέκρινε το ταλέντο του και τον ενθάρρυνε να ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Δεν περιορίστηκε μόνο στις συμβουλές, αλλά τον πήρε μαζί του και τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για τη μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία.

Η αρχή μιας σπουδαίας θεατρικής διαδρομής

Το θεατρικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε το 1955, όταν εμφανίστηκε στον «Ερωτόκριτο» με τον θίασο του Ν. Χατζίσκου, ενώ στη συνέχεια συμμετείχε και στον «Άμλετ».

Η πραγματική του καταξίωση στο θέατρο ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, το 1960, όταν εντάχθηκε στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Εκεί συμμετείχε σε ιστορικές παραστάσεις, όπως οι «Όρνιθες» και οι «Πέρσες», περιοδεύοντας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Στη διάρκεια της μακράς θεατρικής του πορείας συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς και θιάσους της εποχής, ανάμεσά τους οι Λαιμός, Ροντήρης, Μινωτής, Σολωμός, Κουν, Κατράκης, Μυράτ, Λαμπέτη και Κατερίνα.

Ένας μεγάλος έρωτας που κράτησε μια ζωή

Ο Σπύρος Καλογήρου και η Ευαγγελία Σαμιωτάκη υπήρξαν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού θεάτρου, παραμένοντας μαζί για περισσότερες από πέντε δεκαετίες.

Στην προσωπική του ζωή στάθηκε ιδιαίτερα τυχερός. Γνώρισε την ηθοποιό Ευαγγελία Σαμιωτάκη, όταν εκείνη ήταν μόλις 18 ετών και ο ίδιος πλησίαζε τα 30.

Όπως είχε αποκαλύψει αργότερα η ίδια, κανείς από τους δύο δεν έκανε το πρώτο βήμα.

«Τον ερωτεύτηκα αμέσως», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.

Ο Σπύρος Καλογήρου της αφιέρωνε συχνά στίχους για να της εκφράζει τα συναισθήματά του. Παντρεύτηκαν το 1952 και απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο, δημιουργώντας μια σχέση που έμελλε να κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο «κακός» που έγινε θρύλος του ελληνικού κινηματογράφου

Η μεγάλη οθόνη ήταν εκείνη που έκανε τον Σπύρο Καλογήρου γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η επιβλητική φυσιογνωμία, το αυστηρό βλέμμα και η έντονη σκηνική παρουσία του τον καθιέρωσαν στους ρόλους του «σκληρού», του ανθρώπου που το κοινό αγαπούσε να… μισεί.

Ωστόσο, όσοι συνεργάστηκαν μαζί του περιέγραφαν έναν άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από τους χαρακτήρες που υποδυόταν. Ήταν ήρεμος, χαμηλών τόνων και ιδιαίτερα αγαπητός στους συναδέλφους του.

Συμμετείχε σε περίπου 40 κινηματογραφικές ταινίες, ανάμεσά τους δύο παραγωγές της Finos Film, ενώ παράλληλα άφησε έντονο αποτύπωμα και στο θέατρο, όπου συνολικά εμφανίστηκε σε περίπου 200 έργα, καλύπτοντας σχεδόν κάθε θεατρικό είδος.

«Με φοβόταν μέχρι και ο ταξιτζής»

Πολλές από τις σκηνές δράσης γυρίζονταν χωρίς τα τεχνικά μέσα της σημερινής εποχής, με αποτέλεσμα οι ηθοποιοί να δέχονται πραγματικά χτυπήματα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Παρότι ο κόσμος τον θαύμαζε ως ηθοποιό, οι ρόλοι του ήταν τόσο πειστικοί ώστε πολλοί πίστευαν πως είχε τον ίδιο χαρακτήρα και στην πραγματική ζωή.

Ο ίδιος, σε συνέντευξή του το 1994 στον Μάνο Τσιλιμίδη, περιέγραφε με χιούμορ χαρακτηριστικά περιστατικά:

«Έτσι καταλάβαινα ότι είχα επιτυχία στους ρόλους μου… Μια φορά, νύχτα, σταμάτησα ένα ταξί και μόλις με είδε ο οδηγός έπαθε την πλάκα του, φοβήθηκε, πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε. Σου λέει: “Αμάν! Τι μου έλαχε βραδιάτικα!” (γέλια)».

Και συνέχιζε:

«Και τα παιδιά με φοβόντουσαν, μόλις με βλέπανε κάπου παίρνανε δρόμο… Στις πρεμιέρες των ταινιών, καθόμουν μπροστά μπροστά μαζί με τους συντελεστές, τους συναδέλφους, το σκηνοθέτη… Μόλις έβγαινα στο πανί άκουγα κάτι κυρίες από πίσω μου να λένε χαμηλόφωνα μεταξύ τους: “Παλιάνθρωπος! Ελεεινός! Τομάρι! Φαντάζομαι τι θα κάνει στη γυναίκα του, αν είναι παντρεμένος! Φτου σου, κάθαρμα!”».

Παράλληλα, δεν έκρυβε τη συγκίνησή του όταν δεχόταν την αγάπη του κόσμου.

«Αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που μου έδειχναν αγάπη μεγάλη, ίσως να μου αναγνώριζαν το ότι ήμουν τόσο αληθινός στον κάθε ρόλο μου. Δεν κορόιδευα τους θεατές. Έπαιζα με την ψυχή μου. Και αυτό, μου το εκτιμούσαν… Ωραίες οι εποχές με τον Φίνο. Κρίμα που το σινεμά πέθανε… Ο Φίνος δεν κοίταγε να κάνει ούτε σπίτια ούτε παλάτια. Στο ενοίκιο καθότανε… Κοίταγε τη δουλειά του, ήθελε να είναι τέλεια.»

Τα γυρίσματα που άφησαν… σημάδια

Οι σκηνές δράσης εκείνης της εποχής ήταν ιδιαίτερα απαιτητικές και συχνά επικίνδυνες.

Όταν ρωτήθηκε ποιος συνάδελφος του είχε δώσει το περισσότερο ξύλο στα γυρίσματα, ο Σπύρος Καλογήρου απάντησε:

«Ο Φούντας… Είχε πολύ βαρύ χέρι… Και ο Κούρκουλος με έχει σκοτώσει στο ξύλο. Στη “Λόλα”, στη σκηνή της πάλης, μου χτύπησε το κεφάλι έξι φορές στο πάτωμα, για να με τιμωρήσει –διότι στο τέλος νικάει πάντα ο καλός… Για να γυριστεί αυτή η σκηνή, παλεύαμε από το πρωί στις οχτώ μέχρι το βράδυ στις δώδεκα. Διότι στα γυρίσματα, πέφτουν και αληθινές γροθιές… Εγώ, μόνο μια φορά χτύπησα αληθινά.»

Στη συνέχεια αποκάλυψε ένα περιστατικό που δεν ξέχασε ποτέ:

«Ήταν σε μια σκηνή με τη Μέμα Σταθοπούλου, γύρω στο ’63. Έπρεπε να τη βιάσω μέσα σε μια αχυροκαλύβα, στο “Οι Σφαίρες Δε Γυρίζουν Πίσω”. Έπαιζα έναν ληστή… Την κυνηγούσα με το άλογο και τη στρίμωχνα… Όταν την έσπρωξα μέσα στην καλύβα, μου λέει ο Φώσκολος: “Χτύπησε την αληθινά. Είναι πολύ κοντινό το πλάνο!”… Έκανα το σταυρό μου, της άστραψα μία και της μαύρισα το μάγουλο ολόκληρο. Λέξη δεν είπε το κορίτσι.»

Η ατάκα που πέρασε στην ιστορία: «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη»

Η ταινία «Λόλα» χάρισε στον Σπύρο Καλογήρου την πιο διάσημη κινηματογραφική ατάκα της καριέρας του: «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη». Πηγή φωτ: Finos Film.

Αν υπάρχει μία σκηνή που χάρισε στον Σπύρο Καλογήρου την απόλυτη κινηματογραφική αθανασία, αυτή είναι αναμφίβολα η συμμετοχή του στη «Λόλα».

Απέναντι στον Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη, ο Καλογήρου εκστόμισε τη φράση:

«Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη».

Η συγκεκριμένη ατάκα ξεπέρασε τα όρια του κινηματογράφου και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φράσεις στην ιστορία της ελληνικής ποπ κουλτούρας, χρησιμοποιούμενη μέχρι και σήμερα στην καθημερινή ζωή.

Οι διακρίσεις και η αναγνώριση

Η υποκριτική αξία του δεν περιορίστηκε στην αγάπη του κοινού.

Το 1966, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τιμήθηκε για την ερμηνεία του στη μικρού μήκους ταινία «Τζίμης ο Τίγρης» του Παντελή Βούλγαρη.

Το 1971 οι Έλληνες κριτικοί κινηματογράφου του απένειμαν τον Αργυρό Απόλλωνα για την ταινία «Κατάχρηση Εξουσίας», ενώ τιμήθηκε και με τη Χρυσή Κεφαλή του Θεάτρου Βαχτάγκοφ της Μόσχας, μία ακόμη σημαντική διάκριση για τη συνολική καλλιτεχνική του προσφορά.

Παράλληλα εμφανίστηκε και στην τηλεόραση, συμμετέχοντας σε αγαπημένες σειρές όπως οι «Και οι Παντρεμένοι Έχουν Ψυχή», «Φάκελος 38», «Ξενοδοχείο ο 7ος Ουρανός», «Κουσούρης», «Κρουαζιερόπλοιο» και «Εύθυμες Νότες».

Το δύσκολο τέλος του μεγάλου ηθοποιού

Το 2003 η ζωή του Σπύρου Καλογήρου άλλαξε δραματικά, όταν υπέστη διαδοχικά εγκεφαλικά επεισόδια που επηρέασαν σημαντικά την υγεία του.

Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να παρουσιάσει μερική βελτίωση χάρη στην αδιάκοπη φροντίδα της συζύγου του, Ευαγγελίας Σαμιωτάκη, η οποία δεν έφυγε ούτε στιγμή από το πλευρό του.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα κινείτο με αναπηρικό αμαξίδιο και περνούσε τις περισσότερες ημέρες στο εξοχικό τους σπίτι στον Ωρωπό.

Λίγο πριν από την Πρωτομαγιά του 2009 μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Λαϊκό Νοσοκομείο, καθώς δεν είχε πλέον επαφή με το περιβάλλον.

Ύστερα από δίμηνη μάχη, ο σπουδαίος ηθοποιός άφησε την τελευταία του πνοή λίγο πριν από τις 18:00 το απόγευμα του Σαββάτου 27 Ιουνίου 2009, σε ηλικία 86 ετών.

Η συγκλονιστική εξομολόγηση της Ευαγγελίας Σαμιωτάκη

Ο Σπύρος Καλογήρου και η Ευαγγελία Σαμιωτάκη έζησαν μαζί περισσότερα από πενήντα χρόνια, δημιουργώντας μία από τις πιο αγαπημένες σχέσεις του ελληνικού θεάτρου.

Η Ευαγγελία Σαμιωτάκη δεν έκρυψε ποτέ πως ο σύζυγός της παρέμεινε το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της ακόμη και μετά τον θάνατό του.

Σε συνέντευξή της, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, είχε δηλώσει:

«Ο Σπύρος όσο ζω δεν θα φύγει ποτέ από κοντά μου, είναι ζωντανός. Μένω στον Ωρωπό γιατί είναι κοντά μου. Έχω αγοράσει έναν τάφο πολύ ωραίο, γιατί το ήθελε πολύ ο Σπύρος μου. Κάθε φορά που περνούσαμε έλεγε “Τι ωραία θέα! Τι ωραία θα είναι να είμαι εδώ! Αλλά δεν θέλω το χώμα, φοβάμαι πολύ το χώμα!”

»Κι εγώ έκανα ένα πολύ ωραίο κενοτάφιο, με το δικό μου δίπλα που με περιμένει. Λέω να θυμηθώ από ποια μεριά πενήντα χρόνια κοιμόμουν στο κρεβάτι, κι έγινε έτσι. Με περιμένει.»

Η κληρονομιά που άφησε πίσω του

Ο Σπύρος Καλογήρου δεν υπήρξε απλώς ένας ακόμη σπουδαίος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου.

Κατάφερε να ταυτίσει το όνομά του με τους πιο χαρακτηριστικούς «κακούς» της μεγάλης οθόνης, δημιουργώντας χαρακτήρες που έμειναν αξέχαστοι για δεκαετίες.

Πίσω όμως από το αυστηρό βλέμμα και τους σκληρούς ρόλους βρισκόταν ένας άνθρωπος με χιούμορ, ευαισθησία και αφοσίωση στην τέχνη του, που μέχρι το τέλος της ζωής του μιλούσε με αγάπη για το θέατρο, τον κινηματογράφο και τους συναδέλφους του.

Η φράση «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη» εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ακούγεται στην καθημερινότητα των Ελλήνων, αποτελώντας ίσως τη διαχρονικότερη κινηματογραφική ατάκα στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.

 

Daily Review

Ενημερώσου Πρώτος

ΜΗΤ: 232509

Αποστολή δελτίων τύπου: enimerosi@workenter.gr

Designed by Sinc.

Developed by Whiskey

© Copyright 2026 workenter.gr