1961
Το κλείσιμο των φυλακών της Γυάρου

Σαν σήμερα το 1961 κλείνουν οι φυλακές της Γυάρου με τη μεταφορά σε άλλες φυλακές των τελευταίων 137 κρατουμένων, πολιτικών στη μεγάλη πλειοψηφία τους, που βρίσκονταν εκεί.
Η Γυάρος είχε ήδη καταγραφεί από τους ιστορικούς ως το «Νταχάου της Μεσογείου», καθώς πάνω στα βράχια του άγονου νησιού δημιουργήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα φυλακών της χώρας. Εκεί εκτοπίστηκαν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι στα μετεμφυλιακά χρόνια και αργότερα κατά την περίοδο της δικτατορίας μέχρι το 1974.
Οι ίδιες οι φυλακές χτίστηκαν τούβλο τούβλο από τους εξόριστους, πολλοί από τους οποίους δεν επέστρεψαν ποτέ στις οικογένειές τους. Σε πέντε όρμους του νησιού δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης: στον πρώτο βρίσκονταν 5.500 κρατούμενοι, στον δεύτερο 1.500, στον τρίτο 990, στον τέταρτο 2.000 και στον πέμπτο 300.

Οι εγκαταλελειμμένες φυλακές της Γυάρου, όπως διακρίνονται σήμερα από ψηλά – ένα από τα πιο σκοτεινά σύμβολα της μεταπολεμικής Ελλάδας. (Φωτογραφία αρχείου)
Οι περίοδοι εξορίας και οι κρατούμενοι
Η χρήση της Γυάρου ως τόπου εξορίας και φυλάκισης καλύπτει κυρίως τις περιόδους 1947–1952, 1955–1961 και 1967–1974.
Πέρα από πολιτικούς κρατούμενους, στο νησί εξορίστηκαν και Μάρτυρες του Ιεχωβά ως αντιρρησίες συνείδησης.
Οι κρατούμενοι ζούσαν σε συνθήκες αυστηρής πειθαρχίας, που στην πράξη δεν διέφεραν από εκείνες των φυλακισμένων, παρότι πολλοί δεν είχαν καταδικαστεί από δικαστήριο. Αν και δεν σημειώθηκαν οι ωμές βιαιοπραγίες του Εμφυλίου, οι εξόριστοι υπέφεραν από ασφυκτικές συνθήκες, έλλειψη νερού και ανεπαρκή σίτιση.
Η διεθνής κατακραυγή και η προσπάθεια της χούντας να εμφανίσει ένα προσωπείο εκδημοκρατισμού οδήγησαν στην κατάργηση του στρατοπέδου το καλοκαίρι του 1973 και στην απελευθέρωση των κρατουμένων. Ωστόσο, μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, η Γυάρος χρησιμοποιήθηκε ξανά ως φυλακή για 44 πολιτικούς κρατούμενους μέχρι την πτώση της δικτατορίας το 1974.

Κρατούμενοι στη Γυάρο σε συνθήκες συνωστισμού και σκληρής επιτήρησης, κατά τη δεκαετία του 1950. (Ιστορικό αρχείο)
Μαρτυρίες από τη Γυάρο
Οι μαρτυρίες των κρατουμένων αποτυπώνουν το βάθος της ψυχικής και σωματικής δοκιμασίας:
Μαρτυρία:
«Είµαστε φυλακισμένοι επάνω στη γη και δέσμιοι ενός γήινου σώματος. Θα πεθάνω, αλλά πρέπει γι’ αυτό να πεθάνω βογκώντας; Θα φυλακισθώ. Αλλά πρέπει γι’ αυτό να θρηνολογώ; Θα εξοριστώ. Αλλά ποιος µπορεί να µε εµποδίσει να φύγω χαμογελώντας, εύθυμος και ήρεμος;
-Πες μου το µυστικό.
-Δεν το λέω, γιατί αυτό εξαρτάται από τη θέλησή μου.
-Θα σε ρίξω τότε στα σίδερα.
-Άνθρωπε, τι λες; Εμένα; Μόνο το πόδι μου µπορείς να αλυσοδέσεις. Τη θέλησή μου ούτε ο Δίας μπορεί να καταβάλει.
-Θα σε φυλακίσω.
-Το καημένο μου κορμί, εννοείς.
-Θα σε αποκεφαλίσω.
-Πότε εγώ δήλωσα πως μονάχα ο δικός μου τράχηλος δεν μπορεί να κοπεί;
Αυτές είναι οι σκέψεις που πρέπει να κάνει ένας φιλόσοφος, αυτά πρέπει να γράφει κάθε μέρα, σ’ αυτά πρέπει να γυμνάζεται».
Παρά τα όσα έχουν γραφτεί, η πραγματικότητα της βαρβαρότητας που έζησαν οι κρατούμενοι δύσκολα αποδίδεται πλήρως. Περισσότεροι από 18.500 άνθρωποι πέρασαν από το νησί μόνο την πρώτη περίοδο (1947–1954), ενώ χιλιάδες ακόμη στις επόμενες φάσεις λειτουργίας του.

Οι εγκαταλελειμμένες φυλακές της Γυάρου, όπως διακρίνονται σήμερα από ψηλά – ένα από τα πιο σκοτεινά σύμβολα της μεταπολεμικής Ελλάδας. (Φωτογραφία αρχείου)
Η μαρτυρία της Χρυσούλας Γκόγκογλου
Η Χρυσούλα Γκόγκογλου, μία από τις περίπου 300 γυναίκες που κρατήθηκαν στη Γυάρο το 1968, περιγράφει:
Πολλές γυναίκες συνελήφθησαν προληπτικά ή για την αντιδικτατορική τους δράση. Ανάμεσά τους υπήρχαν μητέρες με βρέφη ή μικρά παιδιά, τα οποία άφησαν πίσω τους, συχνά χωρίς την παρουσία του πατέρα που επίσης βρισκόταν σε εξορία.
Όπως ανέφερε:
«Κατακρατούσαν τα γράμματά μας, το μόνο μέσο επικοινωνίας με τις οικογένειές μας. Το γράμμα με την κακή είδηση, το θάνατο, την αρρώστια έφτανε στα χέρια μας. Ένιωθαν ευχαρίστηση, όταν μας ανήγγελλαν τέτοιες ειδήσεις, ενώ, αντίθετα, τα χαρούμενα γράμματά μας καταστρέφονταν, τα πετούσαν στη θάλασσα».
Πού βρίσκεται η Γυάρος
Η Γυάρος (ή Γιούρα) είναι ένα νησί των Κυκλάδων στο Αιγαίο, ανάμεσα στην Άνδρο, τη Σύρο και την Κέα, και σήμερα παραμένει ακατοίκητη.

Η Γυάρος (ή Γιούρα) στον χάρτη
Χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά και στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας στις περιόδους 1947–1952, 1955–1961 και 1967–1974.
Η ονομασία της αποδίδεται είτε στη λέξη «γύαλον» (λίθος), είτε στο ομηρικό «γύαλον», που αναφέρεται σε τμήμα θώρακα.
Η δημιουργία της φυλακής
Η οργάνωση του στρατοπέδου ανατέθηκε σε έναν Άγγλο ειδικό, γνωστό ως «Κουλοχέρης», ο οποίος υπέδειξε τη Γυάρο ως ιδανικό τόπο πλήρους απομόνωσης των κρατουμένων.
Το νησί μετατράπηκε σε συγκεντρωτικό χώρο εξορίας για κρατούμενους από όλη την Ελλάδα. Αρχικά σχεδιάστηκε να φιλοξενήσει έως και 10.000 άτομα, ενώ μεταφέρθηκαν εκεί κρατούμενοι μαζί με προσωπικό και εξοπλισμό από διάφορες φυλακές.
Στη Γυάρο οδηγήθηκαν άνθρωποι κάθε κατηγορίας: βαρυποινίτες, υπόδικοι, ασθενείς και ακόμη και ανήλικοι. Η απομόνωση ήταν πλήρης, καθιστώντας αδύνατη κάθε νομική υπεράσπιση ή επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
Ιστορική διαδρομή από την αρχαιότητα
Στην αρχαιότητα, η Γυάρος ήταν κατοικημένη και αποτελούσε αυτόνομη πόλη-κράτος. Ο Στράβωνας αναφέρει την ύπαρξη μικρού οικισμού ψαράδων, ενώ μαρτυρείται οικονομική δραστηριότητα γύρω από την πορφύρα.
Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια αποτέλεσε τόπο εξορίας σημαντικών προσώπων, όπως ο Γάιος Σιλανός και ο στωικός φιλόσοφος Μουσώνιος Ρούφος.
Στο νησί καταγράφεται επίσης η λατρεία της Αφροδίτης Μυχίας, ενώ νομίσματα απεικονίζουν μορφές όπως η Άρτεμις και ο Περσέας.
Η Γυάρος σήμερα

Η άγονη και απομονωμένη μορφολογία της Γυάρου, που την κατέστησε ιδανικό τόπο εξορίας. (Φωτογραφία τοπίου)
Μετά το 1974, η Γυάρος εγκαταλείφθηκε. Μέχρι το 2000 χρησιμοποιήθηκε ως πεδίο βολής του Πολεμικού Ναυτικού.
Το 2002 χαρακτηρίστηκε ιστορικός τόπος, ενώ το 2011 αποχαρακτηρίστηκε εν μέρει για επενδυτικούς σκοπούς.

Τα ερείπια των φυλακών στη Γυάρο σήμερα
Σήμερα σώζονται τα κτίρια των φυλακών, του νοσοκομείου και του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού, που κατασκεύασαν οι ίδιοι οι εξόριστοι. Υπολογίζεται ότι συνολικά πέρασαν από το νησί περίπου 22.000 άνθρωποι.















