1947
Όταν η Μακρόνησος μετατράπηκε σε τόπο εξορίας και μαρτυρίου

Στις 19 Φεβρουαρίου 1947, η Μακρόνησος—το άγονο νησί απέναντι από την ανατολική άκρη της Αττικής—αλλάζει για πάντα χαρακτήρα και περνά στη συλλογική μνήμη ως τόπος εξορίας και μαρτυρίου. Βασανιστήρια, μια αδυσώπητη καθημερινότητα και η πίεση για «δηλώσεις μετανοίας» θα συνδεθούν με τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η συγκεκριμένη ημερομηνία σηματοδοτεί την έναρξη λειτουργίας του στρατοπέδου συγκέντρωσης, έπειτα από εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών.
Οι πρώτες μεγάλες μεταφορές κρατουμένων
- 7 Σεπτεμβρίου 1947: μεταφέρονται στη Μακρόνησο 1.100 μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ.
- Έως τις αρχές του 1948: έχουν σταλεί και 15.000 οπλίτες, οι οποίοι θεωρούνταν ύποπτοι για τα πολιτικά τους φρονήματα.
- Την ίδια χρονιά: συγκροτείται και στρατόπεδο για πολίτες, που εξορίζονται/μεταφέρονται από άλλα νησιά, όπως ο Άγιος Ευστράτιος, η Λήμνος και η Ικαρία.
Σύμφωνα με το Ψηφιακό Μουσείο της Μακρονήσου, «η δημιουργία των στρατοπέδων της Μακρονήσου συνδέεται με την “εκκαθάριση” του στρατού από “ύποπτους” στρατιώτες και αξιωματικούς, ώστε να διαφυλαχθεί το αξιόμαχο του Εθνικού Στρατού που πολεμούσε εκείνη την εποχή κατά του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας».
Οι τρεις φάσεις λειτουργίας (στόχοι και κρατούμενοι)
Το χρονικό της Μακρονήσου ξεδιπλώνεται σε τρεις χαρακτηριστικές περιόδους:
- Από την ίδρυση έως την άνοιξη του 1949: στο επίκεντρο της βίαιης «αναμόρφωσης» μπαίνουν κυρίως στρατιώτες και αξιωματικοί.
- Από την άνοιξη του 1949 έως το καλοκαίρι του 1950: στη Μακρόνησο οδηγείται διαρκώς αυξανόμενος αριθμός πολιτών (προληπτικώς συλληφθέντες, άνδρες και γυναίκες πολιτικοί εξόριστοι).
- Από το καλοκαίρι του 1950 έως το κλείσιμο των στρατοπέδων: λειτουργούν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ) και στρατόπεδα μόνο για «ύποπτους».
Οι αριθμοί των εγκλείστων (καταγεγραμμένα στοιχεία)
Τα στοιχεία του Ψηφιακού Μουσείου Μακρονήσου αποτυπώνουν την κλίμακα της κράτησης:
- Καλοκαίρι 1947: οι έγκλειστοι στρατιώτες και αξιωματικοί πλησιάζουν τους 10.000.
- Μάιος 1948: κρατούνται 15.814 στρατιώτες και αξιωματικοί, καθώς και 728 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.
- Αύγουστος 1949: βρίσκονται 7.500 στρατιώτες και 20.000 πολίτες.
- Δεκέμβριος 1949: καταγράφονται 5.521 στρατιώτες και 11.247 πολιτικοί εξόριστοι.
Παράλληλα, σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο Στρατού, έως τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί.
Μεταγωγές, κλείσιμο και η τελική αποχώρηση
- Καλοκαίρι 1950: χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι μεταφέρονται από τη Μακρόνησο στον Άγιο Ευστράτιο και το Τρίκερι.
- Τα στρατόπεδα συνεχίζουν να λειτουργούν έως το 1957.
- Έως τον Οκτώβριο του 1960 παραμένουν σε λειτουργία μόνο οι στρατιωτικές φυλακές.
- Τον Φεβρουάριο του 1961 οι τελευταίοι στρατιώτες-φρουροί εγκαταλείπουν τις εγκαταστάσεις.
Συνολικά, 120 στρατιώτες και πολίτες έχασαν τη ζωή τους στη Μακρόνησο.

Η ανακήρυξη ως αρχαιολογικού χώρου
Το 2019, με απόφαση του ΚΑΣ, η Μακρόνησος ανακηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος.
Πρόσωπα που πέρασαν από τη Μακρόνησο
Ανάμεσα στους εξόριστους συγκαταλέγονται ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θανάσης Βέγγος, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ηλίας Βενέζης, ο Μάνος Κατράκης.
Η Μακρόνησος μέσα από τον Γιάννη Ρίτσο
Στα Μακρονησιώτικα, ο Γιάννης Ρίτσος αποτυπώνει την εμπειρία του τόπου μαρτυρίου:
«Αξούριστοι
μ’ ένα κομμάτι θάνατο στην τσέπη μας
— πούναι ένα στάχυ να πει καλημέρα;
(…)
Ήρθαν οι αρρώστιες, οι διάροιες, ο τέτανος
κουβαλάμε τους αρρώστους με τα φορεία στ’ αποχωρητήρια
κουβαλάμε τους πεθαμένους πάνου στην τάβλα ως την ακρογιαλιά
από κει μόλις βραδυάζει τους φορτώνουν στα καΐκια για το Λαύριο
οι εξόριστοι βγάζουν τα σκουφιά τους, σφίγγουν τα δόντια και
κοιτάζουν πέρα τη θάλασσα
δε μιλάνε, κοιτάζουν μακριά, πίσω απ’ το Σούνιο
ώσπου βραδυάζει κι ο άνεμος βολοδέρνει σε μια κουβέρτα πεθαμένου
ετούτος ο ατέλειωτος άνεμος που αντιχτυπιέται στη μουγκαμάρα της πέτρας
που αναστατώνει τ’ αγκάθια και τα χαρτιά του αποχωρητηρίου
παίρνει από πίσω τα καράβια, γιομίζει τις τσέπες με σπασμένα τοπεία
χωρίζει το πετσί απ’ το κόκαλο – ο μεγάλος άνεμος
που λύνει τους κόμπους των άστρων και δένει τις καρδιές μας
Ένα κρεβάτι, δυο κρεβάτια – πόσα κρεβάτια μείναν άδεια
και τα κουταλοπήρουνα των σκοτωμένων μαζεμένα στη γωνιά
σα μια φούχτα αστέρια δίχως όνομα
και το βλογιοκομμένο φεγγάρι φωνάζοντας ολονυχτίς τον τρόμο
του στη θάλασσα
όπως ανοιγοκλείνει στο σκοτάδι ένα παλιό πορτόφυλλο
κι οι μπόγοι της νύχτας δίπλα στα μαγειρεία
κι η λύπη στριμωγμένη πλάι στο φόβο
έξω απ’ την καρδιά μας.
Ύστερα πέφτει ο άνεμος
κι ακούμε που κατρακυλάνε πέτρες απ’ το βουνό
ακούμε τ’ άρβυλα των πεθαμένων
και πάρα πέρα τ’ άρβυλα της λευτεριάς
καθώς ανηφορίζει από τον κάτου κόσμο».
Από την «Ωραία Ελένη» στο λοιμοκαθαρτήριο: παλαιότερες όψεις της Μακρονήσου
Η ιστορία του νησιού δεν αρχίζει τον 20ό αιώνα. Στην αρχαιότητα, η Μακρόνησος αναφερόταν ως «Ελένη» ή «Ελένη νήσος», καθώς—σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία—η ωραία Ελένη, είτε στην αρπαγή της από τον Πάρι προς την Τροία είτε στην επιστροφή από εκεί με τον Μενέλαο, αποβιβάστηκε στο νησί. Ο Στράβων την καταγράφει και ως «Κρανάη», από το όνομα της κόρης του Κραναού, βασιλιά της Αθήνας. Στο νησί έχουν εντοπιστεί αρχαία ερείπια, τεμάχια κιόνων και κρηπιδώματα μεγάλου αρχαίου κτίσματος.
Στους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους, και ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες του 12ου αιώνα, όταν η πειρατεία εξαπλώθηκε έντονα, η Μακρόνησος—όπως και η Αίγινα και άλλα γειτονικά νησιά—χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο πειρατών.
Αργότερα, στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912–1913), στο νησί μεταφέρθηκε μεγάλος αριθμός Τούρκων αιχμαλώτων, οι οποίοι έμειναν εκεί έως την υπογραφή της ειρήνης και στη συνέχεια μετακινήθηκαν στην Τουρκία.
Επιπλέον, η Μακρόνησος λειτούργησε για ένα και πλέον χρόνο (1922–1923) ως λοιμοκαθαρτήριο προσφύγων: «Φιλοξενήθηκαν» δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες σε απάνθρωπες και τραγικές συνθήκες, με αποτέλεσμα πολλοί να χάσουν εκεί τη ζωή τους. Από τα μέσα του 1922, πρόσφυγες αποβιβάζονταν κατά χιλιάδες και, μετά από ολιγόμηνη «περιποίηση-απολύμανση», προωθούνταν στην υπόλοιπη Ελλάδα.















