1926
Όταν απαγορεύτηκαν οι κοντές φούστες στην Ελλάδα

Σαν σήμερα 11 Μαΐου το 1926, με διάταγμα του Θεόδωρου Πάγκαλου, απαγορεύτηκε στις γυναίκες να φορούν κοντές φούστες. Η εντολή ήταν ξεκάθαρη: το τελείωμα της φούστας έπρεπε να βρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον 30 εκατοστών από το έδαφος.
Η συγκεκριμένη απόφαση έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο παράδοξα και αυταρχικά μέτρα της εποχής, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία αλλά και διεθνή σχόλια.
Ο αστικός μύθος πίσω από το διάταγμα
Σύμφωνα με έναν γνωστό αστικό μύθο της εποχής, η αφορμή για το συγκεκριμένο μέτρο φέρεται να ήταν η σύζυγος του δικτάτορα, Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη.

Γυναίκες στην Αθήνα της δεκαετίας του 1920, την περίοδο που επιβλήθηκε το διάταγμα για τις κοντές φούστες. Πηγή: ιστορικά αρχεία / φωτογραφίες εποχής.
Η ιστορία αναφέρει πως μία ημέρα επισκέφθηκε το πρωθυπουργικό γραφείο και εκεί είδε μια νεαρή εργαζόμενη να φορά φούστα μέχρι το γόνατο. Η εικόνα αυτή φαίνεται πως την εξόργισε, με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθεί έντονα στους αστυνομικούς που, όπως φέρεται να είπε, «της επιτρέπουν να κυκλοφορεί με τα πόδια της ολόγυμνα, σκανδαλίζοντας τους άνδρες».
Παρότι η συγκεκριμένη αφήγηση δεν έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά, παρέμεινε για δεκαετίες μέρος της λαϊκής παράδοσης γύρω από το διάταγμα.
Το περιεχόμενο της απαγόρευσης

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος σε φωτογραφία της περιόδου της δικτατορίας του, κατά τη δεκαετία του 1920. Η εποχή του συνδέθηκε με αυστηρά και αμφιλεγόμενα μέτρα, όπως το διάταγμα για την απαγόρευση της κοντής φούστας το 1926.
Η διάταξη που εκδόθηκε όριζε συγκεκριμένα:
«Κατόπιν διαταγής του Προέδρου της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται και υποβάλλεται εις το Υπουργείον Εσωτερικών προς έγκρισιν αστυνομική διάταξις, δι’ ης απαγορεύονται αι κονταί φούσται των γυναικών. Το κατώτατον άκρον της φούστας δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου. Εις τον περιορισμόν τούτον υπάγονται άπασαι αι γυναίκες από του 12ου έτους και άνω. Αι παραβάτιδες θα παραπέμπωνται εις το επ’ αυτοφώρω πταισματοδικείον, συνυπεύθυνοι θα είναι και οι γονείς αυτών. Η εφαρμογή θα αρχίση από 15 Δεκεμβρίου».
Το μέτρο αφορούσε όλες τις γυναίκες άνω των 12 ετών, ενώ οι παραβάσεις οδηγούσαν ακόμη και σε αυτόφωρη διαδικασία.
Οι αστυνομικοί με τις… μεζούρες

Οι αστυνομικοί με τις… μεζούρες
Μετά την εφαρμογή της διάταξης, οι αστυνομικοί φέρονται να κυκλοφορούσαν στους δρόμους κρατώντας μεζούρες, ώστε να ελέγχουν αν οι γυναίκες συμμορφώνονταν με το νέο μέτρο.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη κοινωνική αναστάτωση και χλευασμό, καθώς πολλοί θεωρούσαν εξευτελιστικό τον δημόσιο έλεγχο της γυναικείας εμφάνισης.
Η εικόνα αστυνομικών να μετρούν φούστες έμεινε ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της περιόδου του Πάγκαλου.
Οι αντιδράσεις της κοινωνίας
Το μέτρο προκάλεσε αντιδράσεις όχι μόνο από γυναίκες αλλά και από συντηρητικούς κύκλους της εποχής.
Πολλοί διαμαρτύρονταν για το γεγονός ότι αστυνομικοί άγγιζαν ή πλησίαζαν τα πόδια των γυναικών τους και των θυγατέρων τους προκειμένου να πραγματοποιήσουν ελέγχους.
Ταυτόχρονα, γυναίκες της εποχής μιλούσαν για προσβολή της προσωπικής τους ελευθερίας και παραβίαση των δικαιωμάτων τους.
Υπήρξαν ακόμη και άνδρες που δυσανασχετούσαν, καθώς το μέτρο τους υποχρέωνε να ξοδέψουν επιπλέον χρήματα για καινούργια ρούχα και μακρύτερες φούστες.
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές και δημοσιεύματα της εποχής:
- Το διάταγμα σατιρίστηκε έντονα από εφημερίδες και γελοιογράφους.
- Η υπόθεση πήρε διαστάσεις και εκτός Ελλάδας, προκαλώντας αρνητικά σχόλια στον ξένο Τύπο.
- Το θέμα θεωρήθηκε χαρακτηριστικό παράδειγμα κρατικής παρέμβασης στην προσωπική ζωή των πολιτών.
Η κατάργηση του μέτρου
Η έντονη κριτική και η δημοσιότητα που πήρε το θέμα οδήγησαν τελικά στην απόσυρση του μέτρου.
Η απαγόρευση καταργήθηκε στις 31 Μαρτίου 1926, όταν πλέον το ζήτημα είχε λάβει διεθνείς διαστάσεις μέσα από τα μέσα ενημέρωσης της εποχής.
Παρότι εφαρμόστηκε για μικρό χρονικό διάστημα, το διάταγμα του Πάγκαλου έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις εκείνης της περιόδου.
Μια ιστορία που έμεινε στην ιστορία
Η υπόθεση με τις «κοντές φούστες» του 1926 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αναφέρεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικού συντηρητισμού αλλά και κρατικού ελέγχου πάνω στην καθημερινότητα των πολιτών.
Παράλληλα, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα εικόνα της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, σε μια εποχή όπου οι αλλαγές στη μόδα και στους κοινωνικούς ρόλους των γυναικών προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις.















