2005
Ο θάνατος του Κώστα Τσαλικίδη και το σκοτεινό σκάνδαλο των υποκλοπών

Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 9 Μαρτίου 2005, η Μαρία Τσαλικίδη ανησύχησε όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον γιο της, Κώστα. Αποφάσισε να μεταβεί στο σπίτι του για να δει αν είναι καλά.
Ο 39χρονος Κώστας Τσαλικίδης ζούσε σε διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας στην οδό Ευκλείδου 18 στον Κολωνό.
Όταν η μητέρα του άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι, αντίκρισε ένα σοκαριστικό θέαμα. Ο γιος της βρισκόταν κρεμασμένος στο χολ του διαμερίσματος. Είχε απαγχονιστεί χρησιμοποιώντας ένα σχοινί που ήταν δεμένο σε σωλήνα του παταριού πάνω από το μπάνιο.

Δημητρης Τσαλικίδης | Τύπος της εποχής
Η υπόθεση έκλεισε πολύ γρήγορα με την ένδειξη «αυτοκτονία». Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο θάνατος του Τσαλικίδη θα συνδεόταν με ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά και τεχνολογικά σκάνδαλα που γνώρισε η χώρα.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών που συγκλόνισε τη χώρα
Μία ημέρα μετά τον θάνατο του Κώστα Τσαλικίδη, στις 10 Μαρτίου 2005, η κυβέρνηση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή ενημερώθηκε από την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Vodafone ότι δεκάδες τηλέφωνα υψηλόβαθμων προσώπων παρακολουθούνταν.
Στην πραγματικότητα, όλα είχαν ξεκινήσει στις 4 Μαρτίου 2005, όταν η Vodafone κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου ρουτίνας εντόπισε παράνομο λογισμικό υποκλοπής τηλεφωνικών συνομιλιών στο δίκτυό της. Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε αμέσως σε εσωτερική έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας προκάλεσαν συναγερμό.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι την περίοδο 2004–2005 περίπου 100 τηλεφωνικές συνδέσεις παρακολουθούνταν μέσω 14 έως 16 καρτοκινητών τηλεφώνων, τα οποία αργότερα ονομάστηκαν «τηλέφωνα – σκιές».
Τα συγκεκριμένα τηλέφωνα χρησιμοποιούσαν κεραίες κινητής τηλεφωνίας στις περιοχές:
Λυκαβηττός
Κλινική Λευκός Σταυρός
Πλατεία Μαβίλη
Πύργος Αθηνών
Τα μισά από αυτά τα κινητά είχαν αγοραστεί στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά και είχαν ενεργοποιηθεί το καλοκαίρι του 2004, λίγο πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.
Ποιοι βρίσκονταν στο στόχαστρο
Το μεγαλύτερο σοκ προκάλεσε η αποκάλυψη των ονομάτων που βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός αλλά και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη και αξιωματούχοι.
Στη λίστα περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων:
Καραμανλής Κωνσταντίνος, Μολυβιάτης Πέτρος, Σπηλιωτόπουλος Σπήλιος, Βουλγαράκης Γιώργος, Παπαληγούρας Αναστάσιος, Βαλληνάκης Γιάννης, Δήμας Σταύρος, Μπακογιάννη Θεοδώρα, Μαραβέλης Δημήτριος, Ιατροπούλου Αικατερίνη, Μεϊντάνη Μαρίνα, Μαρής Γεώργιος, Κόκα Αικατερίνη, Βαλληνδάς Γεώργιος, Φεργάδης Θεόδωρος, Ψυχογιός Γεώργιος, Αγγελάκης Δημήτριος, Χορευτάκη Γλυκερία, Γιαννόπουλος Νικόλαος, Μακρής Κων/νος, Μουρατίδης Αργύριος, Μπαρμπαρούση Δήμητρα, Βιτούνη Δέσποινα, Ρουμπινίδου Μιλάνα, Βουτσίνος Αλέξανδρος, Κακοταρίτης Ιωάννης, Σηφακάκης Ιωάννης, Κουλίδου Αναστασία, Τσιλιμάντος Γρηγόριος, Νικολίνας Ιωάννης, Νότας Αναστάσιος, Σόντις Θεόδωρος, Παυλίδης Πέτρος, Παπαντωνίου Ιωάννης, Πνευματικάκης Εμμανουήλ, Μοκτάρ Ραμζί, Ισκιάρ Αττίλα, Μαλούμ Μοχαμάτ Ουντίν, Αντουλάχ Τζαμάλ, Χουσεΐν Μοχάμετ Σαντίκ, Μοχαμάτ Μείμ, Χουσείν Μοχάμεν, Ιμπραχήμ Αχμάντ Τάρεκ, Καντίρ Αρης, Ταίρ Χερμίζ και Σαντί Αγιούμπι.
Η λίστα αυτή έδειχνε ότι οι υποκλοπές στόχευαν σχεδόν ολόκληρη την κυβέρνηση αλλά και υψηλόβαθμα στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας.
Η μυστηριώδης εμπλοκή ξένων υπηρεσιών
Μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης, στις 8 Μαρτίου, η Vodafone αφαίρεσε το παράνομο λογισμικό και ενημέρωσε τις ελληνικές αρχές.
Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ερευνών με απόλυτη μυστικότητα, χωρίς όμως να δοθούν σαφείς απαντήσεις για το ποιος βρισκόταν πίσω από τις υποκλοπές.
Στις 2 Φεβρουαρίου 2006, οι υπουργοί Θ. Ρουσόπουλος, Γ. Βουλγαράκης και Αν. Παπαληγούρας ενημέρωσαν την κοινή γνώμη με κοινή συνέντευξη Τύπου, χωρίς όμως να αποκαλύψουν ποιος ευθυνόταν για το σκάνδαλο.
Από την αρχή της υπόθεσης υπήρχαν ενδείξεις εμπλοκής της αμερικανικής πρεσβείας. Πρόσωπο – κλειδί φέρεται να ήταν ένας μυστικός πράκτορας με τα ονόματα:
Πέτρος Μάρκου
Βασίλης Βασιλειάδης
William B.B.
«Μπιλ από την Κάρπαθο»
Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Αθήνα ως Β΄ Γραμματέας Περιφερειακών Υποθέσεων της Αμερικανικής Πρεσβείας.
Όταν το 2016 ασκήθηκε σε βάρος του δίωξη για απόπειρα κατασκοπίας σε βαθμό κακουργήματος, εκείνος εξαφανίστηκε. Σύμφωνα με πληροφορίες βρίσκεται σήμερα στις ΗΠΑ και εργάζεται ως στρατολόγος για τη CIA.
Παρά τις αποκαλύψεις, το ερώτημα «γιατί έγιναν οι υποκλοπές» παραμένει αναπάντητο.
Ο ρόλος του Κώστα Τσαλικίδη
Στις 8 Μαρτίου 2005, μία ημέρα πριν τον θάνατό του, πραγματοποιήθηκε θυελλώδης σύσκεψη στα κεντρικά γραφεία της Vodafone στο Χαλάνδρι.
Σε αυτή συμμετείχε και ο Κώστας Τσαλικίδης, ο οποίος εργαζόταν στην εταιρεία από το 1994 και κατείχε τη θέση του σχεδιαστή δικτύου και διευθυντή τεχνολογίας.
Μετά τη σύσκεψη έφυγε έντονα προβληματισμένος.
Σύμφωνα με την οικογένειά του, ο Τσαλικίδης είχε ζητήσει να παραιτηθεί τουλάχιστον 27 ημέρες πριν βρεθεί νεκρός, όμως δεν του επετράπη και του πρότειναν να πάρει άδεια για να ξεκουραστεί.
Η μνηστή του είχε αποκαλύψει ότι της είχε πει πως πρέπει να φύγει από την εταιρεία γιατί ήταν «ζήτημα ζωής ή θανάτου».
Την επόμενη ημέρα βρέθηκε νεκρός.
Οι αμφιβολίες για την «αυτοκτονία»
Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση έκλεισε αρχικά ως αυτοκτονία, η οικογένεια του Τσαλικίδη δεν πείστηκε ποτέ.
Οι τελευταίες ώρες του δεν έδειχναν άνθρωπο που σχεδίαζε να αυτοκτονήσει:
είχε πάει για ψώνια
είχε μιλήσει με τη μνηστή του
ανησυχούσε για την υγεία της μητέρας του
εργαζόταν από το λάπτοπ του στο δίκτυο της Vodafone
Ο αδελφός του είχε τραβήξει φωτογραφίες του χώρου και της σορού, στοιχεία που αποδείχθηκαν σημαντικά αργότερα.
Οι αστυνομικοί που έφτασαν πρώτοι στο σημείο έκριναν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία, ενώ ο ιατροδικαστής δεν μετέβη καν στο σπίτι, καθώς είχε ενημερωθεί ότι δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης.
Η ανατροπή της υπόθεσης
Μετά τις αποκαλύψεις για τις υποκλοπές, η έρευνα ξανάνοιξε το 2006. Ο εισαγγελέας Ιωάννης Διώτης έκρινε ότι οι δύο υποθέσεις συνδέονται, αλλά κατέληξε και πάλι στο συμπέρασμα της αυτοκτονίας.
Το 2011 η οικογένεια προσκόμισε νέα στοιχεία, μεταξύ των οποίων την έκθεση του ιατροδικαστή του Βασιλικού Κολεγίου του Λονδίνου, Στίβεν Καρτς.
Ο Καρτς κατέληξε ότι πρόκειται για ξεκάθαρη δολοφονία και ότι ο Τσαλικίδης δολοφονήθηκε πριν κρεμαστεί ώστε να φανεί ως αυτοκτονία.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, είναι πιθανό να δηλητηριάστηκε με τοξική ουσία.
Μια ανώνυμη επιστολή που έλαβε η οικογένεια ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκε κουράρε (κουράριο), ισχυρό μυοχαλαρωτικό δηλητήριο.
Η δικαίωση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Το 2012 πραγματοποιήθηκε εκταφή της σορού του Τσαλικίδη.
Η οικογένεια προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο το 2017 έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές διεξήγαγαν ανεπαρκή και αναποτελεσματική έρευνα.
Το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να επανεξετάσει την υπόθεση.
Η εισαγγελέας Σωτηρία Παπαγεωργακοπούλου άσκησε δίωξη κατά αγνώστων για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Ωστόσο, παρά τις νέες έρευνες, η υπόθεση έκλεισε ξανά χωρίς να αποδοθούν ευθύνες.
Το μυστήριο γύρω από τον θάνατο του Κώστα Τσαλικίδη και το σκάνδαλο των υποκλοπών παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.















