Δημήτρης Περπατάρης: Δικαιούνται πλήρη σύνταξη οι καταδικασθέντες δημόσιοι υπάλληλοι;

Σημαντική νομολογιακή εξέλιξη για το συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων σηματοδοτεί η υπ’ αριθμ. 26/2025 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία έκρινε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η απονομή πλήρους σύνταξης ακόμη και σε δημόσιους υπαλλήλους που έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για σοβαρά αδικήματα.
Σύμφωνα με το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο, η σύνταξη δεν αποτελεί ηθική ανταμοιβή ούτε μέσο τιμωρίας, αλλά ασφαλιστικό δικαίωμα που θεμελιώνεται στα έτη υπηρεσίας και στις ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου.
Η υπόθεση αφορούσε πρώην δημόσιο υπάλληλο, ο οποίος είχε καταδικαστεί αμετάκλητα το 2011 σε ποινή κάθειρξης 10,5 ετών, καθώς και σε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, για αδικήματα όπως ψευδής βεβαίωση, χρήση πλαστών εγγράφων και δωροδοκία. Με βάση το τότε ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και συγκεκριμένα τον Συνταξιοδοτικό Κώδικα, στερήθηκε το δικαίωμα σύνταξης, η οποία μεταβιβάστηκε στη σύζυγό του.
Η εικόνα αυτή άλλαξε το 2017, όταν με τον νόμο 4488/2017 καταργήθηκε η διάταξη που προέβλεπε την οριστική απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για καταδικασθέντες δημόσιους υπαλλήλους. Ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτημα επαναφοράς της σύνταξής του, ωστόσο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το απέρριψε, θεωρώντας ότι η υπόθεση είχε ήδη κριθεί οριστικά.
Η διαμάχη έφτασε τελικά στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία έδωσε διαφορετική ερμηνεία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απονομή σύνταξης στους συγκεκριμένους υπαλλήλους δεν παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές, καθώς πρόκειται για δικαίωμα που απορρέει από πραγματική υπηρεσία και καταβολή εισφορών και όχι από αξιολόγηση του ήθους ή της υπηρεσιακής συμπεριφοράς του προσώπου.
Με το σκεπτικό αυτό, η Ολομέλεια επισήμανε ότι δεν μπορεί να γίνεται σύνδεση ανάμεσα στο ασφαλιστικό και στο πειθαρχικό δίκαιο, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικά νομικά πεδία. Το γεγονός ότι κάποιος καταδικάστηκε για σοβαρά αδικήματα δεν αναιρεί, κατά το δικαστήριο, ότι εργάστηκε επί σειρά ετών στο Δημόσιο και απέκτησε ασφαλιστικά δικαιώματα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο ζήτημα της ενδεχόμενης μείωσης της σύνταξης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε την άποψη ότι το ίδιο το δικαστήριο θα μπορούσε να επιβάλει αναλογική περικοπή, κρίνοντας ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ουσιαστικά άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Όπως υπογράμμισε, οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των καταδικασθέντων υπαλλήλων μπορεί να προκύψει μόνο μέσω ρητής νομοθετικής παρέμβασης και όχι με δικαστική κρίση.
Ωστόσο, η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη. Σύμφωνα με τη μειοψηφία, η πλήρης εξομοίωση των καταδικασμένων υπαλλήλων με εκείνους που υπηρέτησαν ευόρκως παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι, έως ότου υπάρξει ειδική νομοθετική ρύθμιση, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μία μερική μόνο απονομή της σύνταξης, για παράδειγμα στο 70% της κανονικής, με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
Η απόφαση 26/2025 αναμένεται να αποτελέσει βασικό σημείο αναφοράς για ανάλογες υποθέσεις στο μέλλον, καθώς ξεκαθαρίζει ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ακόμη και σε ακραίες περιπτώσεις ποινικής καταδίκης, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προέκταση πειθαρχικής ή ηθικής κύρωσης.
- 32 λεπτά πριν ΔΥΠΑ: Λήγει σήμερα (4/6) η προθεσμία για ενστάσεις στους προσωρινούς πίνακες του Κοινωνικού Τουρισμού για συνταξιούχους
- 1 ώρα πριν Το ελληνικό νησί που βυθίζεται σιγά-σιγά
- 2 ώρες πριν Τι σημαίνει το «N» στο κινητό σου


















