Τι ισχύει πραγματικά για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών
Ο αναβαλλόμενος φόρος (DTC) βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τα τελευταία χρόνια, καθώς εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών. Πρόκειται για ένα σύνθετο χρηματοοικονομικό εργαλείο που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κρίσης, προκειμένου να στηριχθεί η κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος μετά τις τεράστιες ζημιές που προκάλεσαν το PSI και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Σήμερα, το υπόλοιπο του αναβαλλόμενου φόρου στις τέσσερις συστημικές τράπεζες εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 11,5 και 12 δισ. ευρώ, ποσό που παραμένει ιδιαίτερα σημαντικό για την κεφαλαιακή τους βάση.
Ο ρόλος του αναβαλλόμενου φόρου στην κρίση
Κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης, οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τεράστιες απώλειες εξαιτίας του «κουρέματος» των κρατικών ομολόγων μέσω του PSI, αλλά και της έκρηξης των «κόκκινων» δανείων.
Ο αναβαλλόμενος φόρος λειτούργησε ως μηχανισμός ενίσχυσης των κεφαλαίων τους, επιτρέποντας στο τραπεζικό σύστημα να παραμείνει λειτουργικό και να διαφυλαχθεί η σταθερότητα των καταθέσεων.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, μια άμεση κατάργηση ή πλήρης αποπληρωμή του DTC θα αφαιρούσε περίπου 12 δισ. ευρώ από τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το σχέδιο απομείωσης έως το 2033
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες – Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς – έχουν συμφωνήσει με τις εποπτικές αρχές την επιτάχυνση της απομείωσης του DTC.
Ενώ το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε ολοκλήρωση της διαδικασίας έως το 2041, πλέον ο στόχος μεταφέρεται στο 2033, δηλαδή οκτώ χρόνια νωρίτερα.
Η διαδικασία υλοποιείται σε συνεργασία με τον Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) και την Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο κανόνας του 29%
Βασικό εργαλείο του σχεδίου είναι η σύνδεση της απομείωσης του αναβαλλόμενου φόρου με τη μερισματική πολιτική των τραπεζών.
Συγκεκριμένα, για κάθε ευρώ που διανέμεται στους μετόχους μέσω μερίσματος ή επαναγοράς μετοχών, οι τράπεζες υποχρεούνται να διαθέτουν επιπλέον ποσό ίσο με το 29% της διανομής για τη μείωση του DTC.
Με αυτόν τον τρόπο, όσο αυξάνονται τα κέρδη και οι διανομές προς τους μετόχους, τόσο ταχύτερα μειώνεται και ο αναβαλλόμενος φόρος.
Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απομείωση που μπορεί να ξεπερνά αθροιστικά το 1,5 δισ. ευρώ ετησίως.
Γιατί ενδιαφέρει τους επενδυτές
Παρότι ο αναβαλλόμενος φόρος θεωρείται εποπτικό κεφάλαιο, οι διεθνείς αγορές τον αντιμετωπίζουν ως κεφάλαιο χαμηλότερης ποιότητας σε σχέση με τα οργανικά ίδια κεφάλαια που δημιουργούνται από την κερδοφορία.
Γι’ αυτό και η σταδιακή μείωσή του θεωρείται κρίσιμο βήμα για την περαιτέρω ενίσχυση της αξιοπιστίας των ελληνικών τραπεζών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η διαδικασία απομείωσης βελτιώνει την ποιότητα των κεφαλαίων, ενισχύει την ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος και αυξάνει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Τι τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος
Σε πρόσφατη παρέμβασή της, η Τράπεζα της Ελλάδος υπογράμμισε ότι ο αναβαλλόμενος φόρος υπήρξε καθοριστικός για τη διατήρηση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση.
Παράλληλα, όμως, σημειώνει ότι η μεγάλη συμμετοχή του DTC στα εποπτικά κεφάλαια συνιστά διαρθρωτική αδυναμία, καθώς πρόκειται για κεφάλαιο που δεν έχει την ίδια ποιότητα με τα οργανικά ίδια κεφάλαια.
Για τον λόγο αυτό στηρίζει το σχέδιο σταδιακής απομείωσης που έχουν συμφωνήσει οι τράπεζες με τον SSM, μέσω της ισχυρής κερδοφορίας και της μερισματικής πολιτικής.
Σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, η διαδικασία αυτή μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να επηρεαστεί η δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξελιχθεί σταδιακά και θα συνοδεύεται από επαρκή κερδοφορία.
- Μόλις τώρα Μητσοτάκης: Η εβδομαδιαία ανασκόπηση με Μαρφίν, ΝΑΤΟ, καύσιμα και οικονομία στο επίκεντρο
- 11 λεπτά πριν ΑΣΕΠ 4Κ/2026: Λήγει στις 14 Ιουλίου η προθεσμία για τα δικαιολογητικά
- 25 λεπτά πριν Πλασματικά: Γιατί συμφέρει η αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας







