1963
Η δολοφονική επίθεση στον Γρηγόρη Λαμπράκη – Το χρονικό μιας σκοτεινής νύχτας

Σαν σήμερα 22 Μαΐου το 1963, ο Γρηγόρης Λαμπράκης δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη τη δολοφονική επίθεση που θα του στερούσε τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 27 Μαΐου. Ο βουλευτής της ΕΔΑ, γιατρός, αθλητής και αγωνιστής της ειρήνης, βρέθηκε στο στόχαστρο παρακρατικών μετά από εκδήλωση της «Επιτροπής δια την διεθνή ύφεσιν και ειρήνην», σε μια υπόθεση που σημάδεψε τη μεταπολεμική Ελλάδα.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, βουλευτής της ΕΔΑ και αγωνιστής της ειρήνης, λίγο πριν η δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη συγκλονίσει την Ελλάδα.
Το τεταμένο σκηνικό στη Θεσσαλονίκη
Το απόγευμα της 22ας Μαΐου 1963, ο Λαμπράκης βγήκε από το ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ», όπου είχε φτάσει νωρίτερα. Στην πόλη επικρατούσε ένταση, καθώς ακροδεξιοί είχαν οργανώσει αντισυγκέντρωση έξω από τον χώρο όπου επρόκειτο να μιλήσει.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, στο σημείο βρίσκονταν περίπου 180 χωροφύλακες, καθώς και υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της Χωροφυλακής. Παρ’ όλα αυτά, η συγκέντρωση των αντιφρονούντων δεν διαλύθηκε.
Ο Λαμπράκης προπηλακίστηκε καθ’ οδόν προς τα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος, ενώ εναντίον του εκτοξεύθηκαν πέτρες. Παρά την ένταση, κατάφερε να ολοκληρώσει την ομιλία του.

Δημοσιεύματα της εποχής για τη δολοφονική επίθεση στον Γρηγόρη Λαμπράκη, που εξελίχθηκε σε μείζον πολιτικό γεγονός.
Το τρίκυκλο και το χτύπημα
Μετά την εκδήλωση, ο Λαμπράκης κατευθύνθηκε προς το ξενοδοχείο του. Στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Ελευθερίου Βενιζέλου, παρότι η αστυνομία είχε αποκλείσει τους δρόμους, εμφανίστηκε ξαφνικά ένα τρίκυκλο.
Το όχημα πλησίασε με μεγάλη ταχύτητα και ο Λαμπράκης δέχθηκε χτύπημα στο κεφάλι με μεταλλικό αντικείμενο. Σωριάστηκε αιμόφυρτος στο οδόστρωμα.
Οδηγός του τρίκυκλου ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης, ενώ στην καρότσα βρισκόταν ο Μανώλης Εμμανουηλίδης. Ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, ένας από τους εθελοντές συνοδούς του Λαμπράκη, πήδηξε στο τρίκυκλο και πάλεψε με τον δράστη που κρατούσε τον λοστό. Τελικά, ένας τροχονόμος, χωρίς να γνωρίζει τι είχε προηγηθεί, συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη έπειτα από υποδείξεις περαστικών.
Η μεταφορά στο ΑΧΕΠΑ
Ο βαριά τραυματισμένος Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ. Η κυβέρνηση διέθεσε ειδικό αεροσκάφος για να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη ο νευροχειρουργός Δώρος Οικονόμου, ώστε να τον χειρουργήσει.
Γρήγορα, όμως, έγινε σαφές ότι η κατάστασή του ήταν μη αναστρέψιμη. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης πέθανε στις 27 Μαΐου 1963.
Η μαρτυρία του Θ. Γρέβια
Ιδιαίτερα σοκαριστική ήταν η μεταγενέστερη μαρτυρία του Θ. Γρέβια, τότε φοιτητή και υποστηρικτή του Λαμπράκη, ο οποίος κατήγγειλε στην «Ελευθεροτυπία» ότι ο τραυματισμένος βουλευτής αφέθηκε ουσιαστικά αβοήθητος:
«Τον άφησαν βαριά τραυματισμένο, χωρίς ορό στο νεκροθάλαμο του νοσοκομείου. Το σχέδιό τους πέτυχε».
Ο ίδιος περιέγραψε τις στιγμές στο ΑΧΕΠΑ λέγοντας:
«Τα μεσάνυχτα βρισκόμασταν έξω από την κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, όταν εξήλθε ένας γιατρός. Απευθύνθηκε σε μας, ρωτώντας αν ήμασταν εκεί για τον Λαμπράκη. Του απαντήσαμε “ναι”. Είπε ότι χρειαζόταν ένας από μας, γιατί δεν επαρκούσε το νοσηλευτικό προσωπικό. Πήγα εγώ. Κατέβηκα με τον γιατρό στο πρώτο υπόγειο. Από ένα μακρόστενο διάδρομο μπήκαμε σε ένα κλειστό θάλαμο. Στην είσοδο βλέπω τη γραμματέα της οργάνωσής μας Καίτη Τσαρουχά, να κρατάει στα χέρια της τον βαρύτατα τραυματισμένο πατέρα της, Γιώργη Τσαρουχά (χτυπήθηκε το ίδιο βράδυ), βουλευτή Καβάλας της ΕΔΑ. Στο βάθος δεξιά ξαπλωμένο ανάσκελα, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη. Ο γιατρός μου ζήτησε να καθίσω σε μια καρέκλα, πίσω από το κεφάλι του, να τοποθετήσω τα χέρια μου στην κάτω σιαγόνα και να κρατώ συνεχώς το κεφάλι του προς τα πίσω και έφυγε. Του είχαν κάνει τραχειοστομία. Δεν ήταν διασωληνωμένος, δεν είχε ορό. Κατά διαστήματα το στήθος του τρανταζόταν από ακανόνιστες εισπνοές και εκπνοές. Ο χώρος όπου βρισκόμασταν δεν ήταν θάλαμος νοσηλείας. Ούτε τα κρεβάτια ήταν κρεβάτια νοσηλείας. Το κρεβάτι στο οποίο ήταν ο Λαμπράκης, αποτελούνταν από τρεις ξύλινες σανίδες πάνω σε δύο μεταλλικά “Π”, πιθανότατα νεκροκρέβατο. Μάλλον ήταν ο νεκροθάλαμος του νοσοκομείου».
Η πολιτική θύελλα μετά τη δολοφονία
Η κατακραυγή υπήρξε τεράστια. Οι αποκαλύψεις για τη σχέση κράτους και παρακράτους οδήγησαν σε βαθιά πολιτική κρίση. Η κυβέρνηση Καραμανλή παραιτήθηκε στις 11 Ιουνίου 1963, λιγότερο από τρεις εβδομάδες μετά την επίθεση.
Την υπόθεση ανέλαβε ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης, ο οποίος αργότερα έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Τον Σεπτέμβριο του 1963, σε συνεργασία με τον εισαγγελέα Δελαπόρτα, διέταξε την προφυλάκιση ανώτατων αξιωματικών της Χωροφυλακής. Η δολοφονία Λαμπράκη θεωρήθηκε κομβικό γεγονός που αποκάλυψε τον ρόλο παρακρατικών μηχανισμών στη δημόσια ζωή της χώρας.
Η δίκη και οι ποινές
Η δίκη ξεκίνησε στις 3 Οκτωβρίου 1966 στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης. Στο εδώλιο κάθισαν οι κατηγορούμενοι για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και τον σοβαρό τραυματισμό του Γιώργου Τσαρουχά.
Το δικαστήριο επέβαλε κάθειρξη 11 ετών στον Σπύρο Γκοτζαμάνη και 8,5 ετών στον Μανώλη Εμμανουηλίδη. Ο Χρήστος Φωκάς καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών και ο Ξενοφών Γιοσμάς σε φυλάκιση ενός έτους. Μικρότερες ποινές επιβλήθηκαν σε άλλους κατηγορούμενους για «διατάραξιν οικιακής ειρήνης».
Η εξομολόγηση της Μαρίας Τσιρώνη
Χρόνια αργότερα, η σύντροφος του Γρηγόρη Λαμπράκη, Μαρία Τσιρώνη, μίλησε στον «Φιλελεύθερο» της Κύπρου για τη στιγμή που έμαθε για την επίθεση:
«Ήταν πολύ σκληρό. Ήταν κάτι το τρομερό… Απ’ τη σύγχυσή μου είχα βγει με τον Γρηγόρη αγκαλιά απ’ το σπίτι, μ’ ένα παπούτσι μπλε κι ένα μαύρο, να δω τι έγινε, τι έλεγαν. Αν δεν είχα τον γιο μου, το Γρηγόρη, ίσως και να μην άντεχα το θάνατό του. Πέρασα τόσα, γυρνάω το μυαλό μου πίσω στο χρόνο και λέω: “Είναι δυνατόν να άντεξα;”. Δούλευα πολύ μετά, σε μία γερμανική ιδιωτική επιχείρηση, στο σπίτι μέναμε μαζί με τη μητέρα μου, κατάκοιτη εκείνη, έτρεχα να τα προλάβω όλα, το νοικοκυριό, καταλαβαίνετε…».
Η ίδια αποκάλυψε ότι για πολλά χρόνια δεν είχε πάψει να τον νιώθει «ζωντανό» μέσα της. Όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το σημείο της επίθεσης στη Θεσσαλονίκη, παραδέχθηκε πως δεν θα ήθελε να ξαναπάει.
Τα αιματοβαμμένα ρούχα
Τα ρούχα που φορούσε ο Λαμπράκης την ώρα της επίθεσης κρατήθηκαν ως πειστήρια για δεκαετίες στα υπόγεια του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Μόλις το 2018 παραδόθηκαν στην οικογένειά του.
Η Μαρία Τσιρώνη είχε πει:
«Πρέπει να σας πω, πως μετά από το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκα στο σπίτι με τα ρούχα του Γρηγόρη στο σαλόνι, με τα στεγνά αίματα ακόμη επάνω τους, αισθανόμουν καλά. Ενώ προηγουμένως σκεφτόμουν «πώς θα τ’ αντέξω αυτό;», όσο ήταν τα ρούχα μέσα στο σπίτι αναλογιζόμουν πως μου ‘λειψε! Σα να ήταν κάτι το ζωντανό απ’ το Γρηγόρη, ξαφνικά, μέσα στο σπίτι. Τον ένιωθα. Μου κακοφάνηκε όταν τα πήραν μετά για να τα συντηρήσουν».



