Προς πλαφόν στο συνολικό κόστος δανεισμού
Στο πλαίσιο της νέας ρύθμισης, εξετάζεται η θέσπιση ανώτατου ορίου που θα κυμαίνεται μεταξύ 30% και 50% επί του αρχικού κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται να καθοριστεί ένα «ταβάνι» στη συνολική οφειλή που μπορεί να προκύψει από τόκους, προσαυξήσεις και λοιπές χρεώσεις.
Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται από το υφιστάμενο μοντέλο, καθώς δεν εστιάζει μόνο στην τιμολόγηση των επιμέρους στοιχείων του δανείου, αλλά στο συνολικό βάρος που συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου.
Εναρμόνιση με ευρωπαϊκές οδηγίες
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στην ενσωμάτωση δύο ευρωπαϊκών οδηγιών:
- της οδηγίας 2225/2023 για τις συμβάσεις πίστωσης καταναλωτών
- της οδηγίας 2673/2023 για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που συνάπτονται εξ αποστάσεως
Οι οδηγίες αυτές δίνουν τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να θεσπίζουν ανώτατα όρια στο κόστος καταναλωτικής πίστης, αφήνοντας όμως το εύρος και τον τρόπο εφαρμογής στη διακριτική ευχέρεια της εθνικής νομοθεσίας.
Το πρόβλημα της σωρευτικής επιβάρυνσης
Η ανάγκη παρέμβασης συνδέεται με τη μακροχρόνια διόγκωση οφειλών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι τόκοι υπερημερίας και οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες καταγγελίας συμβάσεων οδηγούν συχνά σε σημαντική αύξηση του συνολικού χρέους, σε επίπεδα πολλαπλάσια του αρχικού ποσού.
Παρότι οι συμβάσεις επιτρέπουν την καταγγελία μετά από καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, στην πράξη η διαδικασία ενεργοποιείται με καθυστέρηση. Αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία ανώτατου ορίου, επιτρέπει τη συνεχή συσσώρευση επιβαρύνσεων.
Πώς θα λειτουργεί το νέο όριο
Η θέσπιση πλαφόν αναμένεται να λειτουργήσει ως μηχανισμός περιορισμού της υπέρμετρης αύξησης των οφειλών. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η επίτευξη του ανώτατου ορίου μπορεί να αποτελεί και σημείο ενεργοποίησης διαδικασιών, όπως η καταγγελία της σύμβασης και η λήψη μέτρων είσπραξης.
Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο σύνδεσης του πλαφόν με το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ), το οποίο αποτυπώνει το πλήρες κόστος δανεισμού, συμπεριλαμβανομένων τόκων, προμηθειών και εξόδων.
Επιπτώσεις για τράπεζες και δανειολήπτες
Σε λογιστικό επίπεδο, η εισαγωγή ανώτατου ορίου εκτιμάται ότι θα περιορίσει τις προβλέψεις εσόδων από τόκους στα καταναλωτικά δάνεια. Ωστόσο, τραπεζικές πηγές θεωρούν ότι ο συνολικός αντίκτυπος θα είναι περιορισμένος.
Για τους δανειολήπτες, η ρύθμιση αποσκοπεί στη μεγαλύτερη διαφάνεια και στον περιορισμό της υπερχρέωσης. Διευκρινίζεται ότι το μέτρο δεν αφορά «κούρεμα» υφιστάμενων οφειλών, αλλά θέτει εκ των προτέρων όρια στα νέα δάνεια.
Ένα μέτρο που θα κριθεί στην πράξη
Η προωθούμενη ρύθμιση επιχειρεί να βάλει όρια σε πρακτικές που οδηγούν σε εκθετική αύξηση χρεών, ωστόσο η αποτελεσματικότητά της θα εξαρτηθεί από τον τρόπο εφαρμογής και την ανταπόκριση της αγοράς.