Ένταση καταγράφεται στις εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκή Ένωση και των Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή τη χρήση ευρωπαϊκών ονομασιών τυριών, όπως η φέτα και η παρμεζάνα, από αμερικανικές εταιρείες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, αμερικανικοί παραγωγοί επιδιώκουν να διακινούν προϊόντα με ονομασίες που παραπέμπουν σε ευρωπαϊκές γεωγραφικές ενδείξεις, γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις από την ευρωπαϊκή πλευρά, η οποία θεωρεί ότι πρόκειται για καταστρατήγηση των κανόνων προστασίας των προϊόντων ΠΟΠ.
Οι πιέσεις των ΗΠΑ στις εμπορικές συμφωνίες
Στο πλαίσιο νέων εμπορικών συμφωνιών με τρίτες χώρες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ φέρεται να ζητά να αναγνωριστεί η χρήση «γενικών ονομασιών» για προϊόντα όπως η φέτα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για όρους που δεν συνδέονται αποκλειστικά με συγκεκριμένες περιοχές.
Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει ότι προϊόντα όπως η φέτα και η παρμεζάνα συνδέονται άρρηκτα με τον τόπο παραγωγής και τη συγκεκριμένη παραδοσιακή διαδικασία, γεγονός που τους προσδίδει μοναδικά χαρακτηριστικά και τα καθιστά προστατευόμενα.
Αντιδράσεις από Ευρωπαίους παραγωγούς
Ιδιαίτερα έντονες είναι οι αντιδράσεις από ευρωπαϊκούς φορείς και ενώσεις παραγωγών, που υποστηρίζουν ότι η ανεξέλεγκτη χρήση των ονομασιών αυτών πλήττει την αυθεντικότητα των προϊόντων και δημιουργεί σύγχυση στους καταναλωτές.
Όπως επισημαίνουν, σε πολλές περιπτώσεις προϊόντα που παράγονται εκτός Ευρώπης διατίθενται στην αγορά με ονομασίες όπως «parmesan» ή «feta», χωρίς να πληρούν τις αυστηρές προδιαγραφές που ισχύουν στην Ε.Ε.
Το εμπορικό διακύβευμα
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά έναν κλάδο με σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα. Οι εξαγωγές ευρωπαϊκών τυριών ανέρχονται σε δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ενώ η προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων αποτελεί βασικό πυλώνα της αγροτικής πολιτικής της Ε.Ε.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση των δικών τους παραγωγών στις διεθνείς αγορές, προωθώντας πιο ευέλικτους κανόνες για τη χρήση των ονομασιών.
Συνεχίζεται η διαπραγμάτευση
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών βρίσκονται σε εξέλιξη, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση. Το θέμα αναμένεται να παραμείνει στην ατζέντα των διεθνών εμπορικών σχέσεων, καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο τους παραγωγούς όσο και τους καταναλωτές παγκοσμίως.