Nέα φάρμακα: αυξήσεις τιμών ή ελλείψεις;

Η συμφωνία Λονδίνου – Ουάσιγκτον στις αρχές Δεκεμβρίου δεν είναι απλώς ένα διμερές εμπορικό ντιλ. Για τη φαρμακευτική αγορά της Ευρώπης – και, κατ’ επέκταση, της Ελλάδας – λειτουργεί σαν «καμπανάκι» για ένα νέο τοπίο, όπου το παζάρι γύρω από τις τιμές των καινοτόμων φαρμάκων θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη διαθεσιμότητα, αλλά και την πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες.
Παρότι η Ελλάδα, με τις χαμηλές τιμές φαρμάκων και το περιορισμένο οικονομικό βάρος σε σχέση με τις πλούσιες χώρες της Δύσης, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε Βρυξέλλες, Λονδίνο και Ουάσιγκτον αναμένεται να την επηρεάσουν άμεσα. Ήδη, στελέχη της φαρμακοβιομηχανίας προειδοποιούν ότι εάν η χώρα δεν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, θα βρεθεί αντιμέτωπη είτε με ελλείψεις σκευασμάτων είτε με απότομες αυξήσεις τιμών.
Η σημερινή εικόνα στην Ελλάδα
Σύμφωνα με τη μελέτη Patients WAIT Indicator 2025 (EFPIA–IQVIA), την περίοδο 2020–2023 ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) ενέκρινε 173 νέα φάρμακα. Από αυτά:
- Μόνο 75 (δηλαδή 43%) κυκλοφόρησαν τελικά στην Ελλάδα.
- Ο μέσος χρόνος από την έγκριση στην Ευρώπη έως την ένταξη στον ελληνικό κατάλογο αποζημίωσης φτάνει τις 654 ημέρες – σχεδόν δύο χρόνια.
- Στη Γερμανία ο αντίστοιχος χρόνος είναι 128 ημέρες.
- Στην Ιταλία 439 ημέρες.
Κάποια σκευάσματα καθυστερούν ακόμη περισσότερο, ενώ άλλα δεν έρχονται καθόλου στην ελληνική αγορά, καθώς οι εταιρείες κρίνουν ότι το μείγμα τιμών, όγκου κατανάλωσης και υποχρεωτικών επιστροφών δεν είναι βιώσιμο.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο κρίσιμη στον τομέα της ογκολογίας:
- Στην Ευρώπη εγκρίθηκαν 56 νέα αντικαρκινικά φάρμακα την ίδια περίοδο.
- Από αυτά, τα 33 (59%) είναι διαθέσιμα στην Ελλάδα.
- Όμως μόλις περίπου 1 στα 4 (ποσοστό 27%) αποζημιώνεται πλήρως από το Δημόσιο και εντάσσεται στη θετική λίστα.
Τα υπόλοιπα διακινούνται μέσω «στενών καναλιών» πρόσβασης, όπως το ΙΦΕΤ ή το Σύστημα Ηλεκτρονικής Προέγκρισης (ΣΗΠ) του ΕΟΠΥΥ, συχνά με υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερη γραφειοκρατία για ασθενείς και γιατρούς. Η ετήσια δαπάνη του ΙΦΕΤ ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ, ενώ περίπου 2% των καινοτόμων φαρμάκων διατίθεται αποκλειστικά ιδιωτικά.
Το βάρος στο ΕΣΥ και το «αγκάθι» του clawback
Ο κλάδος, σε Ελλάδα και Ευρώπη, συμφωνεί σε ένα σημείο: η καινοτομία δεν μπορεί να αποζημιώνεται με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τα παλαιότερα, φθηνά φάρμακα. Ωστόσο, στη χώρα μας, το πρόβλημα συμπυκνώνεται στο clawback, τον αυτόματο μηχανισμό υποχρεωτικών επιστροφών από τις εταιρείες προς το Δημόσιο.
- Για το 2024, οι επιστροφές της φαρμακοβιομηχανίας αντιστοιχούν περίπου στο 54% της συνολικής αποζημιούμενης φαρμακευτικής δαπάνης, με σταθερή ανοδική πορεία τα τελευταία πέντε χρόνια.
- Την ίδια στιγμή, η δημόσια χρηματοδότηση έχει περιοριστεί στο 36%, ενώ η συμμετοχή των ασθενών παραμένει γύρω στο 10%.
Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι αυτό το μείγμα αποθαρρύνει την είσοδο νέων φαρμάκων στην αγορά, ιδίως όταν πρόκειται για ακριβά, καινοτόμα σκευάσματα. Επιμένουν πως χρειάζεται ένα σύστημα αξιολόγησης της θεραπευτικής αξίας (value-based), με αυστηρά πρωτόκολλα συνταγογράφησης και μηχανισμούς παρακολούθησης των πραγματικών αποτελεσμάτων στην υγεία των ασθενών.
Η ευρωπαϊκή διάσταση και οι επενδύσεις στην έρευνα
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία διαμηνύει στην Κομισιόν ότι, εάν η Ευρώπη δεν γίνει πιο ανταγωνιστική σε σχέση με τις ΗΠΑ, θα χάσει έδαφος σε επενδύσεις, θέσεις εργασίας και πρόσβαση στην αιχμή της καινοτομίας.
- Το 2024, η συνολική αξία των προϊόντων του κλάδου στην Ευρώπη υπολογίζεται σε περίπου 440 δισ. ευρώ.
- Για έρευνα και ανάπτυξη εκτιμάται ότι διατέθηκαν 55 δισ. ευρώ.
- Στον κλάδο απασχολούνται περίπου 950.000 εργαζόμενοι στα κράτη–μέλη της EFPIA (ΕΕ-27, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο κ.ά.).
Παρά τα μεγέθη αυτά, την περίοδο 2019–2023, οι ΗΠΑ κατείχαν σχεδόν 40% των παγκόσμιων πωλήσεων νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων, έναντι μόλις 15,8% των πέντε μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο).
Η Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία της EFPIA, προσέλκυσε το 2023 μόλις 161 εκατ. ευρώ από τα συνολικά 52,4 δισ. ευρώ επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη στην Ευρώπη – ποσοστό που καταδεικνύει το πόσο πίσω βρίσκεται στον χάρτη της φαρμακευτικής καινοτομίας.
Τι ζητά ο φαρμακευτικός κλάδος
Οι προτάσεις που ρίχνει στο τραπέζι η φαρμακοβιομηχανία, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κινούνται σε τρεις άξονες:
- Διαφορετική μεταχείριση της καινοτομίας σε σχέση με τα παλαιότερα φάρμακα, με ειδικό καθεστώς αποζημίωσης.
- Μείωση και εξορθολογισμό του clawback, ώστε οι επιστροφές να μην ακυρώνουν το επιχειρηματικό κίνητρο για διάθεση νέων σκευασμάτων.
- Ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης και δημιουργία πιο ελκυστικού πλαισίου για κλινικές δοκιμές και παραγωγικές επενδύσεις, ώστε η Ευρώπη – και η Ελλάδα – να μη μείνουν ουραγοί απέναντι στις ΗΠΑ.
Το ζητούμενο, όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι του κλάδου, είναι να βρεθεί μια ισορροπία: να μπορούν οι ασθενείς να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στην καινοτομία, χωρίς όμως το σύστημα υγείας να καταρρεύσει από το βάρος της δαπάνης.
- 32 λεπτά πριν ΔΥΠΑ: Λήγει σήμερα (4/6) η προθεσμία για ενστάσεις στους προσωρινούς πίνακες του Κοινωνικού Τουρισμού για συνταξιούχους
- 1 ώρα πριν Το ελληνικό νησί που βυθίζεται σιγά-σιγά
- 2 ώρες πριν Τι σημαίνει το «N» στο κινητό σου















