1996
Η τρομοκρατική επίθεση που σημάδεψε τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα

Σαν σήμερα, στις 27 Ιουλίου 1996, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Ατλάντα βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας τρομοκρατικής επίθεσης που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά τη «Σφαγή του Μονάχου» το 1972, η Ολυμπιακή οικογένεια βίωσε ξανά τον τρόμο, όταν βόμβα εξερράγη στο Centennial Olympic Park, μετατρέποντας μια γιορτή χιλιάδων ανθρώπων σε σκηνή χάους.
Η έκρηξη προκάλεσε τον θάνατο δύο ανθρώπων – της 44χρονης θεατή Άλις Χόθορν και, λίγες ώρες αργότερα, του Τούρκου εικονολήπτη Μελίχ Ουνσάλ, ο οποίος υπέστη θανατηφόρο καρδιακό επεισόδιο ενώ έσπευδε να καλύψει το γεγονός – ενώ τραυματίστηκαν ακόμη 111 άτομα. Παρά τη σοβαρότητα της επίθεσης, οι Αγώνες συνεχίστηκαν, με τα μέτρα ασφαλείας να ενισχύονται δραστικά.

Το Centennial Olympic Park λίγα λεπτά μετά την έκρηξη της βόμβας, η οποία διέκοψε τη γιορτινή ατμόσφαιρα των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα.
Η νύχτα που άλλαξε το κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 27 Ιουλίου, περίπου 50.000 άνθρωποι βρίσκονταν στο Ολυμπιακό Πάρκο της Ατλάντα. Είχαν συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσουν συναυλία και να γιορτάσουν τις επιτυχίες της ημέρας στους Αγώνες.
Στις 12:55 π.μ., περίπου 18 λεπτά πριν από την έκρηξη, το τηλεφωνικό κέντρο έκτακτης ανάγκης 911 δέχθηκε ανώνυμη προειδοποίηση.
Σύμφωνα με τον πράκτορα του FBI Ντέιβιντ («Γούντι») Τζόνσον, «ένας λευκός άνδρας με δυσδιάκριτη αμερικανική προφορά» προειδοποίησε ότι μια βόμβα θα εκραγεί στο πάρκο μέσα σε 30 λεπτά.
Την ίδια περίπου στιγμή, ο Τομ Ντέιβις, στέλεχος του Γραφείου Ερευνών της Τζόρτζια (GBI), ειδοποιήθηκε για ένα ύποπτο σακίδιο που είχε εντοπιστεί κοντά στον πύργο ήχου του NBC.
Το λαδοπράσινο σακίδιο ήταν αφημένο δίπλα στον πύργο, περίπου 45 μέτρα από τη σκηνή. Αμέσως ειδοποιήθηκαν πυροτεχνουργοί του FBI, της ATF και στρατιωτικό προσωπικό, ενώ αστυνομικοί άρχισαν να απομακρύνουν τον κόσμο.
Η εκκένωση, όμως, δεν είχε ολοκληρωθεί.
Δύο έως τρία λεπτά αργότερα, μια ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε το πάρκο.
Ο πανικός μετά την έκρηξη
Οι πρώτες στιγμές ήταν χαοτικές.
Πολλοί από τους παρευρισκόμενους πίστεψαν αρχικά ότι η λάμψη και ο εκκωφαντικός θόρυβος αποτελούσαν μέρος των ειδικών εφέ της συναυλίας.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η πραγματικότητα έγινε εμφανής.
Ο καπνός, η μυρωδιά της πυρίτιδας, οι τραυματίες και οι φωνές πανικού κυριάρχησαν στον χώρο, ενώ οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ξεκίνησαν έναν αγώνα δρόμου για τη διάσωση των θυμάτων.
Ο άνθρωπος που έσωσε δεκάδες ζωές αλλά βρέθηκε στο στόχαστρο
Ανάμεσα στα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης ήταν ο φύλακας ασφαλείας Ρίτσαρντ Τζούελ.

Ο φύλακας ασφαλείας Ρίτσαρντ Τζούελ, ο οποίος εντόπισε το ύποπτο σακίδιο και βοήθησε στην απομάκρυνση του πλήθους πριν από την έκρηξη, σώζοντας δεκάδες ζωές.
Ήταν εκείνος που εντόπισε πρώτος το ύποπτο σακίδιο κάτω από ένα παγκάκι και ειδοποίησε τις Αρχές, συμβάλλοντας καθοριστικά στην απομάκρυνση εκατοντάδων ανθρώπων πριν από την έκρηξη.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η έγκαιρη αντίδρασή του απέτρεψε πολύ μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων.
Ωστόσο, λίγες ημέρες αργότερα, η εικόνα άλλαξε δραματικά.
Το FBI τον αντιμετώπισε ως βασικό ύποπτο, ενώ το όνομά του διέρρευσε στα μέσα ενημέρωσης, τα οποία τον παρουσίασαν σχεδόν ως δράστη.
Μεταξύ άλλων ενεργειών που επικρίθηκαν αργότερα, οι ομοσπονδιακοί πράκτορες τον κάλεσαν σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη, ενημερώνοντάς τον ότι επρόκειτο για εκπαιδευτικό βίντεο, χωρίς να του καταστήσουν σαφές ότι βρισκόταν στο μικροσκόπιο της έρευνας.
Έναν χρόνο αργότερα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη τακτική «σημαντικό λάθος».
Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, το FBI τον απάλλαξε οριστικά από κάθε υποψία έπειτα από περίπου τρεις μήνες.

Το σημείο στο Centennial Olympic Park όπου σημειώθηκε η βομβιστική επίθεση τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου 1996.
Οι αγωγές κατά των ΜΜΕ
Μετά την αθώωσή του, ο Ρίτσαρντ Τζούελ ξεκίνησε δικαστικό αγώνα εναντίον μέσων ενημέρωσης που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ότι ήταν ένοχος.
Κατέθεσε αγωγές αποζημίωσης κατά αρκετών οργανισμών, ενώ από άλλους ζήτησε δημόσιες διορθώσεις και διευκρινίσεις.
Ο πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας της Βόρειας Περιφέρειας της Τζόρτζια, Κεντ Αλεξάντερ, σχολιάζοντας αργότερα την υπόθεση σε ντοκιμαντέρ των New York Times, είχε δηλώσει:
«το προφανές μάθημα που πήραμε από τον Ρίτσαρντ Τζούελ είναι να αποφεύγουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους ως υπόπτους αν δεν υπάρχει πραγματικά καλός λόγος να το κάνουμε, γιατί μπορεί να οδηγήσει σε αυτό ακριβώς που συνέβη στην περίπτωση του Ρίτσαρντ Τζούελ, στην αναγνώριση κάποιου που δεν ήταν μόνο αθώος, αλλά και ήρωας».
Ο πραγματικός βομβιστής και το ανθρωποκυνηγητό
Η υπόθεση παρέμεινε ανοιχτή μέχρι το 1998, όταν το FBI κατονόμασε ως δράστη τον Έρικ Ρούντολφ.

Ο Έρικ Ρούντολφ μετά τη σύλληψή του το 2003, έπειτα από πολυετές ανθρωποκυνηγητό, πριν ομολογήσει τις βομβιστικές επιθέσεις και καταδικαστεί σε πολλαπλές ποινές ισόβιας κάθειρξης.
Ακολούθησε ένα από τα μεγαλύτερα ανθρωποκυνηγητά στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ρούντολφ κατάφερε να διαφεύγει επί σχεδόν πέντε χρόνια, κρυμμένος στα βουνά της Βόρειας Καρολίνας, μέχρι που συνελήφθη τυχαία τον Μάιο του 2003 από έναν νεοσύλλεκτο αστυνομικό έξω από παντοπωλείο στην πόλη Μέρφι.
Το 2005 παραδέχθηκε την ενοχή του για τις τέσσερις βομβιστικές επιθέσεις που είχε διαπράξει, αποφεύγοντας τη θανατική ποινή μέσω συμφωνίας με τις Αρχές.
Στην ομολογία του ανέφερε ότι η επίθεση στους Ολυμπιακούς Αγώνες είχε στόχο:
«να μπερδέψει, να εξοργίσει και να φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση της Ουάσινγκτον στα μάτια του κόσμου για την αποτρόπαια έγκριση των αμβλώσεων κατ’ απαίτηση».
Καταδικάστηκε σε πολλαπλές ποινές ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης.
Η κληρονομιά της επίθεσης
Η βομβιστική επίθεση στην Ατλάντα άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες και γενικότερα οι μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις.
Οι διαδικασίες ασφαλείας αυστηροποιήθηκαν σημαντικά τα επόμενα χρόνια, ενώ η υπόθεση του Ρίτσαρντ Τζούελ διδάσκεται μέχρι σήμερα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων που εγκυμονεί η βιαστική στοχοποίηση υπόπτων χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.

