1913
Η νύχτα που άναψε το φιτίλι του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου

Σαν σήμερα, στις 16 Ιουνίου 1913, τα Βαλκάνια βυθίζονταν ξανά στη φωτιά του πολέμου. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, που θεωρητικά έβαζε τέλος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η περιοχή βρισκόταν ξανά στα πρόθυρα γενικευμένης σύρραξης. Τη νύχτα της 16ης προς 17η Ιουνίου (29η Ιουνίου με το νέο ημερολόγιο), η Βουλγαρία επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά ελληνικών και σερβικών θέσεων, πυροδοτώντας τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε ξαφνικά. Οι εντάσεις είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται ήδη από τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, καθώς οι νικητές σύμμαχοι – Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία – είχαν διαφορετικές βλέψεις για τη διανομή των εδαφών που απελευθερώνονταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μονάδες του ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, που άλλαξαν ριζικά τον χάρτη της περιοχής.
Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου και οι απαιτήσεις των Βαλκανικών κρατών
Η αφετηρία των διπλωματικών εξελίξεων εντοπίζεται στον Δεκέμβριο του 1912, όταν στο Λονδίνο ξεκίνησαν οι εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης για τα Βαλκάνια, υπό την προεδρία του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι.
Παρά το γεγονός ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου συνεχίζονταν ακόμη, οι βαλκανικές χώρες επιχειρούσαν ήδη να καθορίσουν το νέο γεωπολιτικό τοπίο.
Η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία απαίτησαν την οριστική απομάκρυνση της οθωμανικής κυριαρχίας από τα εδάφη δυτικά της γραμμής Αίνου – Μήδειας στην Ανατολική Θράκη, καθώς και την παραίτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από κάθε κυριαρχικό δικαίωμα στην Κρήτη και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Παρά τις αρχικές αντιδράσεις της οθωμανικής πλευράς, οι πιέσεις που ασκήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Ρωσία υποχρέωσαν τελικά την Κωνσταντινούπολη να αποδεχθεί σημαντικό μέρος των απαιτήσεων.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διπλωματική ενίσχυση της Ελλάδας πριν από τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.
Οι Νεότουρκοι, η ανατροπή του Κιαμήλ Πασά και οι νέες βλέψεις
Οι εξελίξεις προκάλεσαν σοβαρούς πολιτικούς τριγμούς στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι Νεότουρκοι αντέδρασαν έντονα στις κινήσεις της κυβέρνησης του φιλελεύθερου Κιαμήλ Πασά, θεωρώντας πως οι παραχωρήσεις ήταν υπερβολικές. Υπό την πίεσή τους, ο Κιαμήλ Πασάς εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και την εξουσία ανέλαβαν οι ίδιοι, με επικεφαλής τον Μαχμούτ Σεφκέτ Πασά.
Η νέα ηγεσία πίστευε ότι υπήρχαν ακόμη περιθώρια ανατροπής της κατάστασης, καθώς οι μάχες δεν είχαν τερματιστεί πλήρως στις πολιορκούμενες πόλεις της Σκόδρας, της Αδριανούπολης και των Ιωαννίνων.
Παράλληλα, οι Νεότουρκοι εκτιμούσαν πως οι διαφωνίες ανάμεσα στους βαλκανικούς συμμάχους για τη διανομή των εδαφών αργά ή γρήγορα θα οδηγούσαν σε ρήξη – εκτίμηση που αποδείχθηκε σωστή.
Η Συνθήκη του Λονδίνου και τα «ανοιχτά μέτωπα»
Με τη Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 17/30 Μαΐου 1913, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε όλες τις ευρωπαϊκές της κτήσεις δυτικά της γραμμής Αίνου – Μήδειας στα βαλκανικά κράτη.
Την ίδια στιγμή, η Κρήτη ενσωματωνόταν ουσιαστικά στην ελληνική επικράτεια, ενώ η Αλβανία αναγνωριζόταν ως ανεξάρτητο κράτος.
Ωστόσο, αρκετά κρίσιμα ζητήματα παρέμεναν αδιευκρίνιστα. Δεν υπήρχε σαφής πρόβλεψη για τον επιμερισμό των εδαφών που είχαν κατακτήσει οι βαλκανικοί στρατοί, τα σύνορα της Αλβανίας δεν είχαν οριστικοποιηθεί, ενώ το καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου παρέμενε ανοιχτό και επρόκειτο να αποφασιστεί αργότερα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Η Βουλγαρία, η Θεσσαλονίκη και η μυστική ελληνοσερβική συμφωνία
Παρότι είχε υπογραφεί ειρήνη, οι σχέσεις ανάμεσα στους πρώην συμμάχους επιδεινώνονταν γρήγορα.
Η Βουλγαρία αρνούνταν να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα και διατηρούσε ισχυρές διεκδικήσεις στη Μακεδονία, με βασικό στόχο τη Θεσσαλονίκη.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, είχε ήδη εξασφαλίσει τον έλεγχο εδαφών έως το όρος Παγγαίο, ενισχύοντας την άμυνα της Θεσσαλονίκης και αποκτώντας στρατηγικό έλεγχο στο σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής.
Η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο, υπέγραψε αμυντική συμμαχία με τη Σερβία στις 19 Μαΐου / 1 Ιουνίου 1913. Η συμφωνία παρέμεινε μυστική, ενώ ο Βενιζέλος απέφυγε να καλλιεργήσει δημοσίως έντονο αντιβουλγαρικό κλίμα.
Την ίδια ώρα, όμως, οι βουλγαρικές δυνάμεις μετακινούνταν προς τη Μακεδονία και σημειώνονταν επιθέσεις σε ελληνικές θέσεις στην περιοχή του Παγγαίου.
Η νύχτα που ξεκίνησε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Τη νύχτα της 16ης/29ης Ιουνίου, οι βουλγαρικές δυνάμεις εξαπέλυσαν συντονισμένες επιθέσεις κατά ελληνικών θέσεων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο, αλλά και κατά σερβικών θέσεων στην περιοχή του Στιπ και της Γευγελής.
Η επίθεση πραγματοποιήθηκε χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου, καθώς η Σόφια επιδίωκε να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και να αναγκάσει τις Μεγάλες Δυνάμεις να επισπεύσουν μια νέα ειρηνευτική συμφωνία που θα ήταν πιο ευνοϊκή για τα βουλγαρικά συμφέροντα.

Εικόνα της εποχής, που παρουσιάζει το Ελληνικό στρατηγείο να μελετά την συνθήκη λήξης του πολέμου, έναν χρόνο μετά την έναρξή του. (πηγή: Wikipedia)
Για την Ελλάδα και τη Σερβία, ωστόσο, οι επιθέσεις θεωρήθηκαν αιτία πολέμου.
Οι δύο χώρες απάντησαν στρατιωτικά, κηρύσσοντας τον πόλεμο στη Βουλγαρία. Μέσα σε περίπου έναν μήνα συγκρούσεων, οι βουλγαρικές δυνάμεις ηττήθηκαν, ενώ στον πόλεμο εισήλθαν και η Ρουμανία, αλλά και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να ανακαταλάβει την Ανατολική Θράκη.
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και το τέλος των συγκρούσεων
Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ολοκληρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1913.
Η συνθήκη αναδιαμόρφωσε τον χάρτη των Βαλκανίων, ενίσχυσε σημαντικά τη θέση της Ελλάδας και της Σερβίας, ενώ περιόρισε τις εδαφικές βλέψεις της Βουλγαρίας.
Για την Ελλάδα, η έκβαση του πολέμου σήμανε την οριστική ενσωμάτωση σημαντικών περιοχών της Μακεδονίας και την ενίσχυση της θέσης της ως περιφερειακής δύναμης στα Βαλκάνια.













