Αθήνα: Φθηνότερη για τους ξένους αγοραστές, όλο και ακριβότερη για τους κατοίκους της
Η Αθήνα παραμένει μία από τις οικονομικότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την αγορά κατοικίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα σπίτια είναι πλέον προσιτά για τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στην πόλη. Η ίδια τιμή που μοιάζει χαμηλή σε έναν αγοραστή από το Παρίσι, το Λονδίνο ή τη Ζυρίχη μπορεί να είναι απαγορευτική για ένα ελληνικό νοικοκυριό, καθώς οι αξίες των ακινήτων και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Η μεγάλη διαφορά της Αθήνας από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
Τα στοιχεία του Global Property Guide δείχνουν ότι οι ζητούμενες τιμές για κατοικίες στην Αθήνα παραμένουν αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με πολλές μεγάλες πόλεις της Ευρώπης.
Για ένα μικρό διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου, η μέση ζητούμενη τιμή στην Αθήνα διαμορφώνεται περίπου στις 135.000 ευρώ. Στη Βαρσοβία ένα αντίστοιχο ακίνητο προσεγγίζει τις 174.000 ευρώ, στη Μαδρίτη τις 240.000 ευρώ, στο Μιλάνο τις 310.000 ευρώ και στο Βερολίνο τις 325.000 ευρώ.
Η απόσταση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο όταν η σύγκριση γίνεται με ακριβές αγορές της Δυτικής Ευρώπης. Στο Παρίσι και τη Λισαβόνα, οι ζητούμενες τιμές για μικρές κατοικίες φτάνουν περίπου τις 440.000 ευρώ.
Παρόμοια είναι η εικόνα στα διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων. Στην Αθήνα η μέση ζητούμενη τιμή υπολογίζεται στις 205.000 ευρώ, ενώ στη Μαδρίτη αγγίζει τις 380.000 ευρώ, στο Μιλάνο τις 455.000 ευρώ, στο Βερολίνο τις 527.000 ευρώ και στο Παρίσι τις 695.000 ευρώ.
Για έναν αγοραστή που διαθέτει εισόδημα ή αποταμιεύσεις από χώρα με υψηλότερους μισθούς, η διαφορά αυτή κάνει την ελληνική πρωτεύουσα να φαίνεται ακόμη ανταγωνιστική.
Το «φθηνό» ακίνητο είναι σχετικό
Οι συγκρίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών πόλεων αποκαλύπτουν μόνο τη μία πλευρά της αγοράς. Η τιμή ενός ακινήτου δεν κρίνεται αποκλειστικά από το ποσό που αναγράφεται στην αγγελία, αλλά και από το εισόδημα του ανθρώπου που καλείται να το αγοράσει.
Ένα διαμέρισμα αξίας 135.000 ευρώ μπορεί να θεωρείται οικονομικό για έναν επενδυτή από χώρα όπου οι αποδοχές είναι πολλαπλάσιες. Για έναν νέο εργαζόμενο στην Ελλάδα, όμως, η συγκέντρωση της προκαταβολής, η εξασφάλιση στεγαστικού δανείου και η κάλυψη των εξόδων της αγοράς αποτελούν συχνά πολύ δύσκολη υπόθεση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι στην Ελλάδα οι αυξήσεις των τιμών πώλησης και των ενοικίων έχουν ξεπεράσει την άνοδο των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η δυνατότητα πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Αθήνα μπορεί να εμφανίζεται φθηνή σε μια διεθνή κατάταξη και ταυτόχρονα να είναι ακριβή για ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της.
Οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν
Παρά τη μεγάλη απόσταση από το Παρίσι, το Λονδίνο ή τη Ζυρίχη, η ελληνική αγορά δεν παραμένει στάσιμη.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων στην Αθήνα αυξήθηκαν κατά 5,2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026. Για το σύνολο του 2025, η μέση άνοδος στην πρωτεύουσα διαμορφώθηκε στο 6,2%.
Παράλληλα, οι ζητούμενες τιμές παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις ανά περιοχή. Στα νότια προάστια της Αθήνας, η μέση ζητούμενη τιμή είχε φτάσει το πρώτο τρίμηνο του 2026 περίπου στα 4.167 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στα βόρεια προάστια βρισκόταν κοντά στα 3.500 ευρώ ανά τετραγωνικό.
Επομένως, η αναφορά σε μία ενιαία «τιμή Αθήνας» χρειάζεται προσοχή. Άλλο κόστος έχει ένα παλαιό διαμέρισμα σε γειτονιά του κέντρου και διαφορετικό ένα νεόδμητο ή πλήρως ανακαινισμένο ακίνητο στα νότια προάστια.
Γιατί εξακολουθούν να κοιτούν την Αθήνα οι ξένοι
Η χαμηλότερη τιμή εισόδου σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι μόνο ένας από τους λόγους που διατηρούν το ενδιαφέρον των ξένων αγοραστών.
Στην εξίσωση μπαίνουν επίσης ο τουρισμός, η δυνατότητα αξιοποίησης ενός ακινήτου μέσω μακροχρόνιας ή βραχυχρόνιας μίσθωσης, το κλίμα, η πρόσβαση σε αεροπορικές συνδέσεις και η προοπτική προσωπικής χρήσης της κατοικίας για μέρος του έτους.
Οι αποδόσεις, πάντως, δεν είναι αυτόματα υψηλές. Το Global Property Guide υπολόγιζε τη μέση ακαθάριστη απόδοση των κατοικιών στην Ελλάδα στο 4,38% κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Από αυτή πρέπει να αφαιρεθούν η φορολογία, τα έξοδα συντήρησης, οι επισκευές, οι περίοδοι χωρίς ενοικιαστή και η αμοιβή διαχείρισης.
Άρα ένα φθηνότερο ακίνητο δεν αποτελεί από μόνο του εγγυημένη επένδυση. Η περιοχή, η κατάσταση του κτιρίου, το πραγματικό ενοίκιο που μπορεί να επιτευχθεί και το συνολικό κόστος ανακαίνισης επηρεάζουν καθοριστικά την τελική απόδοση.
- 16 λεπτά πριν Δεν θα ανοίξουν τον Σεπτέμβριο 47 σχολεία – Δείτε τη λίστα
- 46 λεπτά πριν Ένσημα στο εξωτερικό: Πώς συνυπολογίζονται για ελληνική σύνταξη
- 1 ώρα πριν Αθήνα: Φθηνότερη για τους ξένους αγοραστές, όλο και ακριβότερη για τους κατοίκους της







