Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας απέστειλε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρωθυπουργό, στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στους αρχηγούς των κομμάτων τις προτάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση.
Σημαντικό: Για να βλέπεις πρώτος παρόμοια θέματα, μπες ΕΔΩ και κάνε τικ στο τετραγωνίδιο του workenter.gr!
Οι προτάσεις συνοδεύονται από επιστολή, ενώ τα πρακτικά της Διοικητικής Ολομέλειας, μαζί με το υλικό τεκμηρίωσης, αναμένεται να αναρτηθούν την επόμενη εβδομάδα στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου.
Στην επιστολή επισημαίνεται ότι η συμπλήρωση 50 ετών από την ψήφιση του Συντάγματος αποτελεί αφορμή αναστοχασμού για το Συμβούλιο της Επικρατείας, ιδιαίτερα ενόψει της επικείμενης έναρξης της διαδικασίας αναθεώρησής του.
Το Δικαστήριο τονίζει ότι η πρωτοβουλία και η ευθύνη της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν ανήκουν στη δικαστική εξουσία, αλλά ο ρόλος του δικαστή περιορίζεται στην πιστή τήρηση του Συντάγματος. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η Δικαιοσύνη έχει καθήκον να επαγρυπνεί για τη συνταγματική θωράκιση της αποστολής της και για τις εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος συνολικά.
Σύμφωνα με την επιστολή, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει διαδραματίσει ιστορικά έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο και ως δικαστήριο που καλείται συχνά να επιλύσει κρίσιμες συνταγματικές διαφορές. Ο ρόλος αυτός, όπως σημειώνεται, ασκείται με νηφαλιότητα, μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση, στοιχεία που απορρέουν από τη δικαστική φύση του θεσμού.
Το ΣτΕ αναφέρεται επίσης στη μακρά συνταγματική παράδοση της χώρας και υπογραμμίζει ότι οι πολιτικές και πολιτειακές κρίσεις του παρελθόντος δεν οφείλονταν στο ίδιο το Σύνταγμα. Αντιθέτως, σημειώνεται ότι το Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε ανθεκτικό ακόμη και σε δύσκολες περιόδους, όπως η πρόσφατη οικονομική κρίση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο πλέγμα των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, στη διάκριση και ισοτιμία των τριών εξουσιών, στη δικαστική ανεξαρτησία και στην οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το υφιστάμενο σύστημα έχει δοκιμαστεί στον χρόνο και έχει καταξιωθεί, επιδεχόμενο μόνο περιορισμένες και στοχευμένες βελτιώσεις.
Στην επιστολή αναφέρεται ακόμη ότι η συμμετοχή των δικαστών στη διαδικασία επιλογής των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων έχει ήδη κατοχυρωθεί σε επίπεδο νόμου, ενώ η δικαστική ανεξαρτησία προστατεύεται συνταγματικά σε βαθμό που υπερκαλύπτει τα διεθνή πρότυπα. Τυχόν διατάραξη της ισορροπίας του υφιστάμενου συστήματος, όπως επισημαίνεται, θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρή οπισθοχώρηση.
Ως προς τη διοικητική δικαιοσύνη και την επίλυση συνταγματικών διαφορών, το ΣτΕ υπογραμμίζει ότι οι υφιστάμενοι θεσμοί, όπως η πρότυπη δίκη, τα προδικαστικά ερωτήματα και η δικονομική οργάνωση των ενδίκων μέσων, λειτουργούν αποτελεσματικά και μπορούν να διασφαλίσουν την έγκαιρη και ουσιαστική δικαστική προστασία.
Καταλήγοντας, το Συμβούλιο της Επικρατείας σημειώνει ότι το ισχύον συνταγματικό κείμενο μπορεί να δεχθεί μόνο οριακές και σημειακές βελτιώσεις. Πέρα από αυτές, όπως τονίζεται, υπάρχει κίνδυνος να κλονιστεί η ισορροπία και η συνοχή του Συντάγματος.
Με πνεύμα σύνεσης, σεμνότητας και μετριοπάθειας, το ΣτΕ καταθέτει τα πορίσματά του στον δημόσιο διάλογο, με στόχο να συμβάλει στην αναζήτηση λύσεων που θα ενισχύσουν το συνταγματικό οικοδόμημα, με σεβασμό στην ιστορική παράδοση της χώρας και στις σύγχρονες προκλήσεις.