Δεν βγαίνει ο μήνας για 1 στους 3 Έλληνες… ούτε για τα βασικά!

Σοβαρή επιδείνωση καταγράφουν τα τελευταία στοιχεία για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό στην Ελλάδα, με περισσότερους από 2,8 εκατομμύρια πολίτες να βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο οικονομικής εξαθλίωσης.
Τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 αποτυπώνουν μια εικόνα έντονης κοινωνικής πίεσης, η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το κυβερνητικό αφήγημα περί ισχυρής ανάπτυξης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης.
Σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανήλθε το 2025 στο 27,5%, αυξημένο σε σχέση με το 26,9% του 2024. Σε απόλυτους αριθμούς, αυτό μεταφράζεται σε περισσότερους από 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή σχεδόν έναν στους τρεις κατοίκους της χώρας.
Το κατώφλι της φτώχειας διαμορφώνεται στις 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στις 14.742 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών. Το όριο αυτό αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο υπολογίστηκε στα 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών εκτιμήθηκε στις 21.724 ευρώ.
Η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τον δείκτη κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία. Την ώρα, μάλιστα, που άλλες χώρες εμφανίζουν βελτίωση, η ελληνική εικόνα παρουσιάζει νέα επιδείνωση. Η Βουλγαρία, αν και εξακολουθεί να βρίσκεται πρώτη στη σχετική αρνητική κατάταξη, καταγράφει σταδιακή αποκλιμάκωση των ποσοστών της, ενώ η Ρουμανία έχει μειώσει αισθητά τον σχετικό δείκτη τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, στην Ελλάδα, μετά από μια πρόσκαιρη αποκλιμάκωση την περίοδο των μέτρων στήριξης της πανδημίας, η φτώχεια επανέρχεται σε ανοδική τροχιά.
Η βελτίωση που είχε καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια αποδίδεται κυρίως στα έκτακτα μέτρα ενίσχυσης που εφαρμόστηκαν την περίοδο της πανδημίας, με επιδόματα, αναστολές εργασίας, ενισχύσεις και φορολογικές διευκολύνσεις. Με τη σταδιακή απόσυρση αυτών των παρεμβάσεων, πολλά νοικοκυριά βρέθηκαν ξανά εκτεθειμένα, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής και συνεχών ανατιμήσεων.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η κατάσταση για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το οποίο φτάνει στο 36,1%. Σημαντική είναι η επιβάρυνση και για όσους διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία με τιμές αγοράς, καθώς το ποσοστό κινδύνου διαμορφώνεται στο 30,6%, γεγονός που αναδεικνύει το βάρος που ασκεί το στεγαστικό κόστος στο οικογενειακό εισόδημα.
Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία για την παιδική φτώχεια. Το 22,8% των παιδιών έως 17 ετών βρίσκεται στο φάσμα της φτώχειας, ποσοστό αυξημένο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Για την ηλικιακή ομάδα 18 έως 64 ετών το ποσοστό διαμορφώνεται στο 18,2%, ενώ στους άνω των 65 ετών φτάνει στο 20,9%, καταγράφοντας επίσης επιδείνωση.
Παράλληλα, αυξημένη εμφανίζεται και η υλική και κοινωνική στέρηση για τα παιδιά, η οποία ανήλθε το 2025 στο 15,9% από 13,9% το 2024. Αντίστοιχα, για τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση αυξήθηκε στο 14,1% από 12,8%.
Πέρα όμως από τους συνολικούς δείκτες, τα επιμέρους στοιχεία της έρευνας αναδεικνύουν τη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα πολίτες, ποσοστό 41,6%, δηλώνουν ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κάθε δεύτερη ημέρα ένα γεύμα που να περιλαμβάνει κρέας, ψάρι, κοτόπουλο ή ισοδύναμης θρεπτικής αξίας τροφή. Το εύρημα αυτό αποτυπώνει με τον πιο σαφή τρόπο την πίεση που ασκεί η ακρίβεια ακόμα και στην κάλυψη βασικών αναγκών διατροφής.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων εξόδων. Το 99,9% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει μια απρόβλεπτη δαπάνη ύψους 500 ευρώ. Αλλά και στον μη φτωχό πληθυσμό, το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, στο 38,5%, δείχνοντας ότι η οικονομική ανασφάλεια ξεπερνά πλέον τα όρια των πιο αδύναμων στρωμάτων.
Μεγάλες δυσκολίες καταγράφονται και στην πληρωμή βασικών υποχρεώσεων. Το 66,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι δυσκολεύεται να εξοφλήσει έγκαιρα πάγιους λογαριασμούς, όπως το ρεύμα, το νερό και το φυσικό αέριο. Στον μη φτωχό πληθυσμό το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 23,5%.
Την ίδια ώρα, το 82,5% των φτωχών δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο, ενώ ακόμη και μεταξύ όσων δεν καταγράφονται ως φτωχοί, το ποσοστό αυτό παραμένει υψηλό, στο 37,8%. Αντίστοιχα, το 35,9% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει επαρκή θέρμανση τον χειμώνα, έναντι 13,7% στον υπόλοιπο πληθυσμό.
Η πίεση αποτυπώνεται και στη γενική αδυναμία κάλυψης των καθημερινών αναγκών, καθώς πάνω από τα δύο τρίτα των φτωχών, ποσοστό 67,6%, δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα με το διαθέσιμο εισόδημα. Παράλληλα, το 35,3% όσων έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρές δυσκολίες στην αποπληρωμή του.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική. Παρά τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες που προβάλλονται σε επίπεδο ανάπτυξης και πλεονασμάτων, η πραγματικότητα για ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας παραμένει ασφυκτική. Η φτώχεια στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς έναν στατιστικό δείκτη, αλλά μεταφράζεται σε πραγματικές στερήσεις, αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών και επιδείνωση της ποιότητας ζωής για εκατομμύρια πολίτες.
Από την εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
- 4 λεπτά πριν Ζεφύρι: Σε κρίσιμη κατάσταση η 3χρονη που παρασύρθηκε από αυτοκίνητο
- 12 λεπτά πριν Ακαθάριστα οικόπεδα 2026: Λήγει στις 15 Ιουνίου η προθεσμία – Ποιοι κινδυνεύουν με πρόστιμα έως 2.000 ευρώ
- 15 λεπτά πριν Νέα Γραμμή 5 στο Μετρό της Αθήνας: Πότε ξεκινά και ποιες περιοχές θα εξυπηρετεί

















