Να γιατί δεν καταργείται ο ΕΝΦΙΑ

Η ελληνική κυβέρνηση πέτυχε το 2023 ένα πρωτοφανές υπερπλεόνασμα ύψους 11,4 δισ. ευρώ ή 4,8% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας κατά πολύ τον στόχο που είχε τεθεί με τους θεσμούς για πρωτογενές πλεόνασμα 2,1%.
Το αποτέλεσμα αυτό, αν και λογιστικά εντυπωσιακό, βασίστηκε σε δύο κυρίως άξονες: την υπερφορολόγηση και τη συρρίκνωση των κρατικών δαπανών.
Οι αυξημένες τιμές (πληθωρισμός) συνέβαλαν σημαντικά στην αύξηση των εσόδων μέσω της αυτόματης ανόδου των εσόδων από ΦΠΑ, ενώ παράλληλα οι κοινωνικές δομές (Υγεία, Παιδεία, Τοπική Αυτοδιοίκηση) στερήθηκαν πόρων.
Ένα άλλο κομμάτι δαπανών καλύφθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο στήριξε επενδύσεις και δαπάνες του δημοσίου, ελαφρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό και ενισχύοντας τεχνητά το πλεόνασμα.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση αξιοποίησε τον περιορισμό των αυξήσεων στις δημόσιες δαπάνες, που δεν επιτρέπεται να ξεπερνούν το 3-4% ετησίως.
Έτσι, το περιθώριο των 4 δισ. που δημιουργείται για τον νέο προϋπολογισμό, εκτιμάται ότι θα αποτελέσει τη «δεξαμενή» των εξαγγελιών του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο.
Ωστόσο, ερωτήματα γεννά η απουσία αντίστοιχης πρωτοβουλίας για μείωση φόρων. Ενώ η αύξηση δαπανών περιορίζεται από τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, οι μειώσεις φόρων δεν εμπίπτουν σε αυτούς τους περιορισμούς.
Η κυβέρνηση εστιάζει κυρίως σε φορολογικές ελαφρύνσεις για ελεύθερους επαγγελματίες και τη μεσαία τάξη, με αυξήσεις στο αφορολόγητο και μειώσεις στους υψηλούς συντελεστές.
Η διατήρηση φόρων όπως ο ΕΝΦΙΑ, που αποφέρει μόλις 1% του ΑΕΠ, προβάλλεται ως μέτρο ισότητας, καθώς ισχύει πανευρωπαϊκά, αλλά πρακτικά επιβαρύνει εκατομμύρια μικροϊδιοκτήτες. Παρόμοια, η διατήρηση των υψηλών έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ, λειτουργεί ως «φόρος χωρίς νόμο», πλήττοντας δυσανάλογα τους χαμηλόμισθους.
Τελικά, η στρατηγική της κυβέρνησης φαίνεται να ποντάρει σε στοχευμένες παροχές προς συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες (ένστολοι, επαγγελματίες, χαμηλοσυνταξιούχοι), με στόχο την πολιτική ενίσχυση ενόψει εκλογών.
Αντί για καθολικές ελαφρύνσεις, επιλέγει την τακτική της «εξαίρεσης», διαμορφώνοντας ένα αφήγημα ευνοϊκής μεταχείρισης για «λίγους και εκλεκτούς».
Ιδού οι τέσσερις βασικοί λόγοι που η κυβέρνηση δεν καταργεί τον ΕΝΦΙΑ:
- Εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη: Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ θα αποτελούσε εξαίρεση σε σχέση με τις φορολογικές πρακτικές της Ε.Ε., κάτι που δεν θεωρείται θεσμικά αποδεκτό.
- Η μεγάλη περιουσία έχει ήδη εξαιρεθεί: Ο ΕΝΦΙΑ πλήττει κυρίως τη μικρή και μεσαία ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως φόρος «οριζόντιας απόδοσης», χωρίς πολιτικό κόστος από τις ανώτερες οικονομικά τάξεις.
- Ανταποδοτικότητα μέσω έμμεσων φόρων: Όπως και με τον ΦΠΑ, η λογική «λίγα από πολλούς» υπερτερεί πολιτικά της λογικής «πολλά από λίγους», εδραιώνοντας μια πιο εύκολη δημοσιονομική διαχείριση.
- Προεκλογική στόχευση μέσω εξαιρέσεων: Αντί για καθολικές απαλλαγές (όπως θα ήταν η κατάργηση ΕΝΦΙΑ), οι επιμέρους ελαφρύνσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες (ένστολοι, χαμηλοσυνταξιούχοι κ.λπ.) δημιουργούν πολιτική «υποχρέωση» και ενισχύουν την αίσθηση «προσωπικής μεταχείρισης» στον ψηφοφόρο.
Δισεκατομμύρια έσοδα
Θυμηθείτε ότι ο ΕΝΦΙΑ αποφέρει πάνω από 2 δισ. ευρώ ετησίως και αφορά 6,2 εκατ. ιδιοκτήτες. Άρα, η πλήρης κατάργησή του χωρίς εναλλακτική πηγή εσόδων θεωρείται δημοσιονομικά μη ρεαλιστική με τα σημερινά δεδομένα…
- 2 λεπτά πριν Ιός Δυτικού Νείλου: Τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ακολουθούμε
- 3 λεπτά πριν Θεοδωρικάκος: «Το πλαφόν στο κέρδος προστατεύει τους καταναλωτές αυτήν την περίοδο»
- 6 λεπτά πριν Ποιοι μπορούν να σβήσουν πρόστιμα και προσαυξήσεις της Εφορίας έως το 2026;















