Συντάξεις χηρείας: Ποιοι δικαιούνται το 70% και πότε μειώνεται
Το 70% της σύνταξης που λάμβανε ή δικαιούταν ο θανών καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο ή στο έτερο μέρος συμφώνου συμβίωσης κατά την πρώτη τριετία μετά τον θάνατο. Δικαιούχος μπορεί να είναι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και ο διαζευγμένος σύζυγος, ενώ δικαίωμα στη σύνταξη έχουν επίσης τα προστατευόμενα τέκνα.
Για τη χορήγηση της παροχής δεν προβλέπεται ηλικιακό όριο για τον επιζώντα. Κατά κανόνα, όμως, ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρία χρόνια έως την ημερομηνία του θανάτου. Από την προϋπόθεση αυτή υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως όταν ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή ανθρωποκτονία, όταν έχει γεννηθεί ή υιοθετηθεί παιδί κατά τη διάρκεια του γάμου ή όταν η χήρα ήταν έγκυος και γεννήθηκε ζωντανό τέκνο.
Πότε το 70% περιορίζεται στο 35%
Για τα πρώτα τρία χρόνια ο επιζών λαμβάνει ολόκληρο το ποσό της σύνταξης χηρείας που του αναλογεί, δηλαδή το 70% της σύνταξης του θανόντος. Μετά την τριετία, το ίδιο ποσοστό εξακολουθεί να καταβάλλεται εφόσον ο δικαιούχος δεν εργάζεται, δεν αυτοαπασχολείται και δεν λαμβάνει άλλη σύνταξη.
Εάν, όμως, εργάζεται ή εισπράττει σύνταξη από δικό του δικαίωμα ή από άλλη πηγή, το ποσό της σύνταξης χηρείας μειώνεται κατά 50%. Στην πράξη, το 70% περιορίζεται στο 35% της σύνταξης του θανόντος. Η περικοπή αρχίζει μετά τη συμπλήρωση της τριετίας, η οποία υπολογίζεται από την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τον θάνατο.
Για παράδειγμα, εάν ο θανών λάμβανε σύνταξη 1.000 ευρώ, ο επιζών σύζυγος δικαιούται 700 ευρώ τον μήνα κατά την πρώτη τριετία. Μετά την παρέλευση των τριών ετών, εφόσον εργάζεται ή λαμβάνει δική του σύνταξη, το ποσό περιορίζεται στα 350 ευρώ, πριν εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα κατώτατα όρια.
Ο δικαιούχος δεν μπορεί να επιλέξει ποια από τις δύο συντάξεις θα περικοπεί. Όταν λαμβάνει και προσωπική σύνταξη, η μείωση εφαρμόζεται υποχρεωτικά στη σύνταξη λόγω θανάτου.
Εξαίρεση προβλέπεται για τον επιζώντα που κατά την ημερομηνία του θανάτου είχε σωματική ή πνευματική αναπηρία τουλάχιστον 67%. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη χηρείας δεν μειώνεται λόγω εργασίας ή λήψης άλλης σύνταξης, για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται η συγκεκριμένη αναπηρία.
Τι ισχύει για τα παιδιά και τα κατώτατα ποσά
Τα άγαμα τέκνα δικαιούνται ποσοστό 25% της σύνταξης του θανόντος μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους. Η εργασία τους δεν επηρεάζει το δικαίωμα, εφόσον παραμένουν άγαμα και δεν έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Για παιδιά που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία και η ανικανότητα εμφανίστηκε πριν από τα 24 έτη, η καταβολή μπορεί να συνεχιστεί και μετά το ηλικιακό όριο, για όσο διαρκεί η αναπηρία.
Όταν ο επιζών σύζυγος εργάζεται και το ποσό του μειώνεται μετά την τριετία, το τμήμα που δεν του καταβάλλεται επιμερίζεται ισόποσα στα τέκνα που εξακολουθούν να δικαιούνται σύνταξη.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026, το κατώτατο ποσό σύνταξης λόγω θανάτου κυμαίνεται από 418,95 έως 446,87 ευρώ, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης του θανόντος. Σε περίπτωση θανάτου από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, το συνολικό ποσό δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από 893,75 ευρώ και κατανέμεται μεταξύ των δικαιούχων βάσει των ποσοστών τους. Το δικαίωμα του επιζώντος παύει σε περίπτωση νέου γάμου, ενώ για τα τέκνα λήγει, κατά κανόνα, με τη συμπλήρωση του 24ου έτους.
- 1 ώρα πριν Συντάξεις χηρείας: Ποιοι δικαιούνται το 70% και πότε μειώνεται
- 1 ώρα πριν Μουντιάλ 2026: Απόψε (11/7) ολοκληρώνεται η φάση των 8
- 2 ώρες πριν Επίδομα αδείας 2026: Τι δικαιούνται όσοι προσλήφθηκαν μέσα στη χρονιά







