Υπόθεση Marfin: Πώς άνοιξε ξανά ο φάκελος 16 χρόνια μετά – Τα νέα στοιχεία και τα αναπάντητα ερωτήματα
Δεκαέξι χρόνια μετά τον φονικό εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου, η υπόθεση επιστρέφει στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Τον Ιούλιο του 2026 συνελήφθησαν δύο άνδρες, ενώ μία γυναίκα εντοπίστηκε και συνελήφθη στη Βρετανία, ύστερα από διεθνές ένταλμα των ελληνικών δικαστικών αρχών.
Οι εξελίξεις ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο σε μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Δεν σημαίνουν, ωστόσο, ότι έχει ήδη αποδειχθεί η ενοχή των κατηγορουμένων. Οι ίδιοι αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή, ενώ τα στοιχεία της νέας δικογραφίας θα αξιολογηθούν από τη Δικαιοσύνη.
Η 5η Μαΐου 2010
Στις 5 Μαΐου 2010, ημέρα γενικής απεργίας και μεγάλης διαδήλωσης κατά των μέτρων λιτότητας και του πρώτου προγράμματος διάσωσης της χώρας, το κέντρο της Αθήνας μετατράπηκε σε πεδίο εκτεταμένων επεισοδίων.
Λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, ομάδα κουκουλοφόρων επιτέθηκε στο υποκατάστημα της Marfin Egnatia Bank, στη Σταδίου 23. Έσπασε την τζαμαρία και έριξε στο εσωτερικό βόμβα μολότοφ και εύφλεκτο υγρό, με αποτέλεσμα η φωτιά να εξαπλωθεί γρήγορα στο κτίριο. Σύμφωνα με τη σημερινή εκδοχή της ΕΛ.ΑΣ., η επίθεση πραγματοποιήθηκε από οργανωμένη ομάδα που είχε χωριστεί σε υποομάδες και κινήθηκε συντονισμένα.
Μέσα στο υποκατάστημα βρίσκονταν εργαζόμενοι της τράπεζας. Τρεις από αυτούς, η 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος, η 35χρονη Παρασκευή Ζούλια και ο 36χρονος Επαμεινώνδας Τσάκαλης, εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους από τον καπνό και τις τοξικές αναθυμιάσεις. Άλλοι εργαζόμενοι τραυματίστηκαν ή κατάφεραν να διαφύγουν και να διασωθούν.
Η τραγωδία προκάλεσε σοκ σε ολόκληρη τη χώρα και σημάδεψε την έναρξη της μακράς περιόδου της οικονομικής κρίσης. Η Marfin εξελίχθηκε σε σύμβολο της πολιτικής βίας, αλλά και της αδυναμίας των αρχών να εντοπίσουν για χρόνια τους φυσικούς αυτουργούς.
Η πρώτη έρευνα και η δίκη του 2016
Μετά τον εμπρησμό σχηματίστηκε δικογραφία, αρχικά κατά αγνώστων. Περίπου έναν χρόνο αργότερα, ένας άνδρας κατηγορήθηκε για τη φονική επίθεση στη Marfin, ενώ ένας δεύτερος παραπέμφθηκε για την επίθεση στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», που είχε πραγματοποιηθεί την ίδια ημέρα.
Η υπόθεση έφτασε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας το 2016. Το δικαστήριο αθώωσε ομόφωνα και τους δύο κατηγορουμένους, ακολουθώντας την απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως. Κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να συνδέουν τον πρώτο κατηγορούμενο με τον εμπρησμό της τράπεζας. Η παλαιά δικογραφία είχε βασιστεί σε σημαντικό βαθμό σε ανώνυμη πληροφορία, η οποία δεν επιβεβαιώθηκε στο ακροατήριο.
Η αθώωση δεν σήμαινε ότι ο εμπρησμός δεν είχε δράστες. Σήμαινε ότι δεν αποδείχθηκε πως οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι ήταν οι άνθρωποι που τέλεσαν τις επιθέσεις. Έτσι, οι φυσικοί αυτουργοί της Marfin εξακολουθούσαν να παραμένουν άγνωστοι.
Οι ευθύνες για τα μέτρα ασφαλείας
Παράλληλα με την έρευνα για τους εμπρηστές, αναπτύχθηκε ξεχωριστό δικαστικό σκέλος για τις συνθήκες λειτουργίας και τα μέτρα ασφαλείας του καταστήματος.
Το 2013 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας έκρινε πρωτοδίκως ενόχους τρία από τα τέσσερα στελέχη της τράπεζας που είχαν παραπεμφθεί. Επρόκειτο για τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο, τον υπεύθυνο ασφαλείας του κτιρίου και τη διευθύντρια του καταστήματος. Η υποδιευθύντρια αθωώθηκε.
Οι καταδίκες αφορούσαν ανθρωποκτονίες από αμέλεια και τις σωματικές βλάβες άλλων 21 εργαζομένων. Το δικαστήριο διαπίστωσε σοβαρές παραλείψεις στην πυροπροστασία, στην εκπαίδευση του προσωπικού και στη δυνατότητα έγκαιρης εκκένωσης. Η εισαγγελική πρόταση είχε επισημάνει ότι το κατάστημα παρέμεινε σε λειτουργία παρά την πορεία και δεν εκκενώθηκε εγκαίρως, όπως άλλα καταστήματα της περιοχής.
Οι δύο πρώτοι καταδικάστηκαν σε συνολικές ποινές 22 ετών, από τις οποίες εκτιτέα ήταν τα δέκα έτη, ενώ στη διευθύντρια επιβλήθηκε ποινή πέντε ετών και ενός μήνα. Οι εφέσεις είχαν ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Το συγκεκριμένο δικαστικό σκέλος δεν αφορούσε την πρόκληση του εμπρησμού. Αφορούσε το κατά πόσο οι υπεύθυνοι της τράπεζας είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να προστατεύσουν τους εργαζομένους και να περιορίσουν τις συνέπειες μιας προβλέψιμης επίθεσης.
Οι αποζημιώσεις προς συγγενείς και εργαζομένους
Συγγενείς των θυμάτων και εργαζόμενοι προσέφυγαν επίσης στα δικαστήρια, ζητώντας αποζημιώσεις. Διοικητικές δικαστικές αποφάσεις αναγνώρισαν ευθύνες του Δημοσίου, ενώ ακολούθησαν νομικές διαδικασίες σχετικά με την καταβολή των ποσών.
Το 2020 το ελληνικό Δημόσιο ανακοίνωσε ότι παραιτείται οριστικά από την αναίρεση που αφορούσε τις αποζημιώσεις των δικαιούχων. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είχε δηλώσει ότι οι αποζημιώσεις θα καταβάλλονταν στο σύνολό τους, χαρακτηρίζοντας την κίνηση ελάχιστη ηθική υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στα θύματα.
Ξεχωριστή είναι η πολιτική δικαστική διαμάχη σχετικά με τις ζημιές του ίδιου του κτιρίου. Με απόφαση του 2024, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας ότι δεν είχαν εξεταστεί επαρκώς οι ενδεχόμενες παραλείψεις της τράπεζας και των μελών της διοίκησής της ως προς τη λήψη μέτρων ασφαλείας. Η υπόθεση αναπέμφθηκε για νέα κρίση.
Η απόφαση αυτή αφορά την αστική ευθύνη για την καταστροφή του ακινήτου και δεν αποτελεί δικαστική κρίση για την ταυτότητα των εμπρηστών.
Η έρευνα ανοίγει ξανά
Η υπόθεση εξετάστηκε ξανά από την αστυνομία το 2020, χωρίς να οδηγήσει τότε σε κατηγορίες που να φτάσουν σε δίκη. Σύμφωνα με την «Καθημερινή», η δικογραφία αρχειοθετήθηκε εκ νέου, ενώ οι προηγούμενοι χειρισμοί είχαν προκαλέσει ερωτήματα στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ.
Το 2024 ο φάκελος ανατέθηκε στο Τμήμα Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης παραδέχθηκε δημόσια ότι κατά το παρελθόν είχαν γίνει λάθη και κακοί χειρισμοί, επισημαίνοντας ότι η έρευνα δεν έπρεπε να εγκαταλειφθεί.
Οι αστυνομικοί επανεξέτασαν τις παλαιές καταθέσεις, συγκέντρωσαν φωτογραφίες και βίντεο και αναζήτησαν υλικό που δεν είχε αξιοποιηθεί επαρκώς στις προηγούμενες φάσεις της έρευνας. Η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε ότι, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και συγκέντρωσης νέου υλικού, η δικογραφία ανασύρθηκε από το αρχείο και διατάχθηκε κύρια ανάκριση.
Οι φωτογραφίες και τα σακίδια
Καθοριστικό ρόλο στη νέα έρευνα φέρεται να είχε η σύγκριση φωτογραφιών από την ημέρα της επίθεσης με φωτογραφικό αρχείο από διακοπές προσώπων που είχαν βρεθεί στο μικροσκόπιο των αρχών στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης.
Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών συνέταξε τεχνική έκθεση 117 σελίδων. Η έρευνα εστίασε σε σακίδια, υποδήματα, γυαλιά, καπέλα και άλλα αντικείμενα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ένα από τα σακίδια έφερε κόκκινο έμβλημα συγκεκριμένου πανκ συγκροτήματος, το οποίο εμφανιζόταν τόσο στις φωτογραφίες των διακοπών όσο και στο υλικό από τα επεισόδια.
Υπάρχει, όμως, μία κρίσιμη επιφύλαξη: σύμφωνα με την ίδια τεχνική έκθεση, η ανάλυση των βιομετρικών χαρακτηριστικών των προσώπων δεν κατέληξε σε πλήρη ταυτοποίηση. Η σύνδεση των δύο ανδρών με τα εικονιζόμενα πρόσωπα βασίζεται κυρίως στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αντικειμένων και στη συνολική αξιολόγηση φωτογραφιών και μαρτυριών.
Η υπεράσπιση αμφισβητεί τη μεθοδολογία και την αποδεικτική αξία των συγκεκριμένων ευρημάτων. Αυτό θα αποτελέσει ένα από τα βασικά σημεία της δικαστικής αντιπαράθεσης.
Οι συλλήψεις του Ιουλίου 2026
Στις 10 Ιουλίου 2026 συνελήφθησαν με δικαστικά εντάλματα δύο άνδρες, ηλικίας 42 ετών. Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι είχαν ταυτοποιηθεί στο πλαίσιο της νέας έρευνας, ενώ για την ίδια υπόθεση εκδόθηκε ένταλμα σε βάρος μιας 46χρονης γυναίκας που ζούσε στη Βρετανία.
Σε βάρος των δύο ανδρών ασκήθηκαν βαριές ποινικές διώξεις, μεταξύ άλλων για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, απόπειρα ανθρωποκτονίας, έκρηξη και αδικήματα σχετικά με εκρηκτικές ύλες. Μετά τις απολογίες τους κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι. Και οι δύο αρνήθηκαν τις κατηγορίες και υποστήριξαν ότι δεν βρίσκονταν στο σημείο της επίθεσης με τον ρόλο που τους αποδίδεται.
Η 46χρονη συνελήφθη στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ της Βρετανίας, ενώ επρόκειτο να ταξιδέψει προς την Ελλάδα. Σύμφωνα με την ΕΡΤ, είχε ήδη δηλώσει ότι επιθυμούσε να επιστρέψει και να δώσει εξηγήσεις, αρνούμενη οποιαδήποτε εμπλοκή. Στη συνέχεια συναίνεσε στην έκδοσή της και παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταφοράς της στην Ελλάδα.
Τι έχει αποδειχθεί και τι παραμένει ανοιχτό
Δικαστικά έχει κριθεί ότι η προηγούμενη δίωξη για τον φυσικό αυτουργό του εμπρησμού δεν στηριζόταν σε επαρκή στοιχεία, με αποτέλεσμα την ομόφωνη αθώωση του κατηγορουμένου το 2016. Παράλληλα, είχαν αναγνωριστεί ποινικές ευθύνες στελεχών της τράπεζας για τις ελλείψεις στα μέτρα ασφαλείας, σε διαφορετική δίκη.
Οι συλλήψεις του 2026 δεν ανατρέπουν αυτόματα την παλαιά αθωωτική απόφαση, καθώς αφορούν διαφορετικά πρόσωπα και νέα δικογραφία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι φωτογραφικές συγκρίσεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αντικειμένων, οι καταθέσεις και τα υπόλοιπα ευρήματα επαρκούν για να αποδείξουν πέρα από εύλογη αμφιβολία την παρουσία και τον συγκεκριμένο ρόλο κάθε κατηγορουμένου.
Μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη δικαστική απόφαση, οι τρεις κατηγορούμενοι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αθώοι. Η ΕΛ.ΑΣ. θεωρεί ότι έχει συγκεντρώσει τα στοιχεία που απαιτούνταν για να οδηγήσει την υπόθεση ξανά στη Δικαιοσύνη. Η τελική κρίση, όμως, ανήκει αποκλειστικά στα δικαστήρια.
- 22 λεπτά πριν Θεσσαλονίκη: Εντοπίστηκε κέλυφος νάρκης σε βάθος 31 μέτρων στο λιμάνι
- 44 λεπτά πριν ΕΣΑμεΑ: Ζητά ένταξη στον Προσωπικό Βοηθό χωρίς νέα αξιολόγηση για αυτούς που έμειναν εκτός λόγω κλήρωσης
- 1 ώρα πριν Βουλή: Ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία το νομοσχέδιο για την τεχνητή νοημοσύνη







