Συντάξεις φτώχειας απειλούν τους ελεύθερους επαγγελματίες
Αντιμέτωπη με συντάξεις χαμηλότερες ακόμη και από τον κατώτατο μισθό βρίσκεται η πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μόλις 7 στους 100 ασφαλισμένους καταβάλλουν εισφορές σε κατηγορία που μπορεί να τους εξασφαλίσει σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ, ακόμη και έπειτα από 40 χρόνια ασφάλισης.
Η μεγάλη πλειονότητα επιλέγει τις δύο χαμηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες του e-ΕΦΚΑ, περιορίζοντας το σημερινό κόστος των εισφορών, αλλά και το ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Το πρόβλημα αναμένεται να διατηρηθεί, καθώς οι ετήσιες αυξήσεις των συντάξεων, εφόσον κυμαίνονται μεταξύ 2% και 3%, δύσκολα θα καλύπτουν τις απώλειες από τον πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος ζωής.
Οι ασφαλισμένοι που θα συνταξιοδοτηθούν με αποδοχές άνω των 1.000 ευρώ θα έχουν μεγαλύτερο όφελος από τις ετήσιες αναπροσαρμογές, επειδή αυτές θα υπολογίζονται σε υψηλότερη βάση. Αντίθετα, για όσους ξεκινούν με σύνταξη 800 ή 900 ευρώ, οι αντίστοιχες αυξήσεις θα μεταφράζονται σε μικρά ποσά, τα οποία δεν θα επαρκούν για ουσιαστική βελτίωση του εισοδήματός τους.
Στην πρώτη κατηγορία οι περισσότεροι ασφαλισμένοι
Η εικόνα των ασφαλιστικών επιλογών είναι αποκαλυπτική. Από τους 1.061.730 ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολουμένους, οι 650.195 έχουν επιλέξει την πρώτη και χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, ενώ 163.504 βρίσκονται στη δεύτερη.
Από την τρίτη έως και την έκτη κατηγορία έχουν ενταχθεί μόλις 69.738 ασφαλισμένοι. Πρόκειται για περίπου το 7% του συνόλου, το οποίο έχει περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ.
Αντίθετα, όσοι παραμένουν στην πρώτη κατηγορία, καταβάλλοντας το χαμηλότερο ασφάλιστρο, οδηγούνται σε σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές μετά τη συνταξιοδότηση.
Τι σύνταξη αντιστοιχεί σε κάθε κατηγορία
Με 40 χρόνια ασφάλισης, η εκτιμώμενη σύνταξη στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία διαμορφώνεται περίπου στα 910 ευρώ, δηλαδή χαμηλότερα από τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ. Στη δεύτερη κατηγορία φτάνει οριακά στα 1.002 ευρώ.
Στην τρίτη κατηγορία η σύνταξη 40ετίας υπολογίζεται στα 1.151 ευρώ, στην τέταρτη στα 1.334 ευρώ, ενώ στην έκτη μπορεί να φτάσει τα 1.940 ευρώ.
Με 38 χρόνια ασφάλισης, τα ποσά εκτιμώνται σε 862 ευρώ για την πρώτη κατηγορία, 946 ευρώ για τη δεύτερη, 1.080 ευρώ για την τρίτη, 1.243 ευρώ για την τέταρτη και 1.788 ευρώ για την έκτη.
Στα 37 έτη ασφάλισης, η σύνταξη υπολογίζεται στα 839 ευρώ στην πρώτη κατηγορία, στα 917 ευρώ στη δεύτερη, στα 1.044 ευρώ στην τρίτη, στα 1.198 ευρώ στην τέταρτη και στα 1.711 ευρώ στην έκτη.
Αντίστοιχα, με 36 χρόνια ασφάλισης, η πρώτη κατηγορία οδηγεί σε σύνταξη περίπου 815 ευρώ και η δεύτερη σε 889 ευρώ. Στην τρίτη κατηγορία το ποσό διαμορφώνεται οριακά πάνω από τα 1.000 ευρώ, στα 1.008 ευρώ, ενώ στην τέταρτη φτάνει τα 1.153 ευρώ και στην έκτη τα 1.635 ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι στις δύο πρώτες ασφαλιστικές κατηγορίες η σύνταξη των 1.000 ευρώ δεν εξασφαλίζεται εύκολα ούτε με 40 χρόνια ασφάλισης. Στην τρίτη κατηγορία το όριο ξεπερνιέται οριακά από τα 36 έτη και πάνω.
Ο κίνδυνος σύνταξης ακόμη και στα 600 ευρώ
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι όσοι απέχουν έως πέντε χρόνια από τη συνταξιοδότηση, έχουν επιλέξει χαμηλή ασφαλιστική κατηγορία και ταυτόχρονα διατηρούν οφειλές από προηγούμενα έτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τελική σύνταξη ενδέχεται να περιοριστεί ακόμη και στα 600 ευρώ.
Στην παγίδα των χαμηλών συντάξεων εκτιμάται ότι έχουν εγκλωβιστεί περίπου 350.000 επαγγελματίες, οι οποίοι εντάχθηκαν στη ρύθμιση οφειλών του νόμου 4611/2019 και επέλεξαν τον επανυπολογισμό των χρεών τους για την περίοδο 2002-2016 με βάση την κατώτατη εισφορά.
Με την επιλογή αυτή πέτυχαν μείωση της οφειλής τους έως και 50%. Ωστόσο, επειδή ο ασφαλιστικός τους χρόνος υπολογίζεται με τις ελάχιστες εισφορές, η μελλοντική τους σύνταξη μπορεί να είναι μειωμένη κατά 20% έως 30%.
Η επιλογή χαμηλότερων εισφορών προσφέρει άμεση οικονομική ανακούφιση, δημιουργεί όμως σοβαρό κίνδυνο για ανεπαρκές εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση. Για χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες, η χαμηλή ασφαλιστική κατηγορία ενδέχεται να μετατραπεί σε μόνιμη παγίδα φτώχειας.