Συντάξεις χηρείας: Αποκατάσταση με «κόφτες» – 100.000 δικαιούχοι μένουν εκτός
Η κατάργηση της περικοπής των συντάξεων χηρείας μετά την πρώτη τριετία και η μόνιμη καταβολή του 70% της σύνταξης του αποβιώσαντος αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη. Ωστόσο, πίσω από την κυβερνητική εξαγγελία παραμένουν σοβαρά κενά, τα οποία αφήνουν χιλιάδες δικαιούχους χωρίς ουσιαστική αποκατάσταση.
Συνταξιουχικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι η νέα ρύθμιση δεν καταργεί τις ανισότητες, αλλά τις αναδιαμορφώνει, διατηρώντας συνταξιούχους δύο ταχυτήτων. Το κρίσιμο όριο είναι η 13η Μαΐου 2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου.
Εκτός ρύθμισης περίπου 100.000 δικαιούχοι
Όσοι λαμβάνουν σύνταξη χηρείας για θάνατο που επήλθε πριν από τις 13 Μαΐου 2016 δεν φαίνεται να καλύπτονται από τη νέα πρόβλεψη. Πρόκειται για περίπου 100.000 συνταξιούχους, οι οποίοι παραμένουν εκτός της εξίσωσης, παρότι αντιμετωπίζουν τις ίδιες οικονομικές ανάγκες με τους υπόλοιπους δικαιούχους.
Χωρίς αντίστοιχη μέριμνα μένουν και οι συνταξιούχοι του πρώην ΟΓΑ, ενώ η αποκατάσταση περιορίζεται στις κύριες συντάξεις και δεν επεκτείνεται στις επικουρικές.
Η ρύθμιση, επομένως, διορθώνει ένα μέρος του προβλήματος, αλλά αφήνει ανέγγιχτες σημαντικές κατηγορίες ασφαλισμένων.
Επιστροφή στο 70%, χωρίς τα χρήματα που χάθηκαν
Ένα ακόμη σημείο έντονης κριτικής είναι ότι η αύξηση από το 35% στο 70% δεν συνοδεύεται από αυτόματη επιστροφή των ποσών που παρακρατήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Οι δικαιούχοι που υπέστησαν την περικοπή μετά τη συμπλήρωση της τριετίας θα αρχίσουν να λαμβάνουν ξανά το υψηλότερο ποσοστό, αλλά δεν προβλέπεται να τους επιστραφούν τα χρήματα που έχασαν. Με άλλα λόγια, η αδικία σταματά για το μέλλον, χωρίς να αποκαθίσταται το παρελθόν.
Στο τραπέζι δικαστικές διεκδικήσεις
Το Ελεγκτικό Συνέδριο χαρακτηρίζει θετική τη νέα ρύθμιση και υπολογίζει το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος της στα 48,4 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα, όμως, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αξιώσεων από όσους υπέστησαν περικοπές κατά την προηγούμενη εξαετία.
Στο επίκεντρο βρίσκονται 8.469 δικαιούχοι, κυρίως από τον δημόσιο τομέα, των οποίων η σύνταξη χηρείας μειώθηκε από το 70% στο 35% από το 2020 έως το 2026. Την ίδια περίοδο, αντίστοιχοι δικαιούχοι του ιδιωτικού τομέα συνέχισαν να εισπράττουν το 70%, δημιουργώντας μια κραυγαλέα άνιση μεταχείριση.
Η νέα διάταξη εξισώνει πλέον το ποσοστό στο 70%, αλλά αποφεύγει να προβλέψει αναδρομικά. Έτσι, το βάρος της διεκδίκησης μεταφέρεται και πάλι στους ίδιους τους συνταξιούχους, οι οποίοι ενδέχεται να αναγκαστούν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη για ποσά που περικόπηκαν χωρίς ενιαία εφαρμογή του νόμου.