Στεγαστικά δάνεια: Άλμα 100% στις εκταμιεύσεις – Πού έφτασαν τα επιτόκια
Οι εκταμιεύσεις για στεγαστικά δάνεια κατέγραψαν εντυπωσιακή άνοδο κατά 100% στο διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, σηματοδοτώντας μια σημαντική αλλαγή στην τραπεζική χρηματοδότηση των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι νέες χορηγήσεις στεγαστικών δανείων ξεπέρασαν τα 2,1 δισ. ευρώ. Έναν χρόνο νωρίτερα, στο αντίστοιχο επτάμηνο του 2025, είχαν διαμορφωθεί στα 1,06 δισ. ευρώ.
Για πρώτη φορά μετά το 2014, μάλιστα, οι τράπεζες εκταμίευσαν περισσότερα στεγαστικά από καταναλωτικά δάνεια. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αγορά επιστρέφει σταδιακά σε μια πιο ισορροπημένη μορφή χρηματοδότησης.
Τι σημαίνει, όμως, αυτή η αλλαγή για τα νοικοκυριά και πόσο απέχει η ελληνική αγορά από τα ευρωπαϊκά δεδομένα;
Τα στεγαστικά ξεπέρασαν τα καταναλωτικά δάνεια
Στο πρώτο επτάμηνο του 2026, οι εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων πλησίασαν τα 1,3 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 16%.
Ωστόσο, η σαφώς μεγαλύτερη άνοδος στα στεγαστικά άλλαξε την εικόνα. Πλέον, για κάθε 1 ευρώ καταναλωτικού δανείου, οι τράπεζες χορηγούν περίπου 1,66 ευρώ σε στεγαστικά.
Η εξέλιξη αντιστρέφει μια τάση που επικράτησε για περισσότερο από μία δεκαετία. Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, τα ακριβότερα καταναλωτικά δάνεια υπερίσχυαν, ενώ η τραπεζική χρηματοδότηση για αγορά κατοικίας παρέμενε περιορισμένη.
Παρά την πρόοδο, πάντως, η Ελλάδα δεν έχει φτάσει ακόμη την αναλογία της ευρωζώνης.
Τι συμβαίνει στην ευρωζώνη
Με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι μηνιαίες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων στην ευρωζώνη κινούνται το 2026 μεταξύ 70 και 75 δισ. ευρώ.
Αντίστοιχα, οι εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων ανέρχονται σε περίπου 25 έως 30 δισ. ευρώ τον μήνα. Επομένως, η αναλογία διαμορφώνεται κοντά στο 2,5 προς 1 υπέρ των στεγαστικών.
Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη σχέση βρίσκεται στο 1,66 προς 1. Συνεπώς, η εγχώρια αγορά κλείνει μέρος της απόστασης, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Πόσο απέχουν οι εκταμιεύσεις από τα προ κρίσης επίπεδα
Παρότι τα στεγαστικά δάνεια αυξάνονται με ταχύ ρυθμό, οι σημερινές εκταμιεύσεις παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από εκείνες που καταγράφονταν πριν από την οικονομική κρίση.
Στο πρώτο επτάμηνο του 2008, οι νέες χορηγήσεις είχαν φτάσει περίπου τα 8,4 δισ. ευρώ. Το ποσό ήταν σχεδόν τετραπλάσιο από τα 2,1 δισ. ευρώ του 2026.
Ωστόσο, η σύγκριση χρειάζεται προσοχή. Το 2008 οι τράπεζες ενέκριναν αρκετά δάνεια χωρίς τις εξασφαλίσεις που απαιτούν σήμερα. Στη συνέχεια, πολλά από αυτά μετατράπηκαν σε μη εξυπηρετούμενες οφειλές και επιβάρυναν το ιδιωτικό χρέος.
Ακόμη και αν εξετάσουμε το 2004, όταν η πιστωτική επέκταση κινούνταν σε πιο συγκρατημένα επίπεδα, η απόσταση παραμένει μεγάλη. Τότε, οι εκταμιεύσεις του πρώτου επταμήνου είχαν αγγίξει τα 4,1 δισ. ευρώ.
Με απλά λόγια, η αγορά στεγαστικής πίστης ανακάμπτει, αλλά δεν έχει επιστρέψει στα μεγέθη της περιόδου πριν από την κρίση.
Στεγαστικά δάνεια: Τι δείχνει το «κρας τεστ» των επιτοκίων
Το κόστος δανεισμού αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για όποιον εξετάζει την αγορά κατοικίας με στεγαστικό δάνειο.
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των δανείων προς τα νοικοκυριά διαμορφώθηκε στο 5,47%, έναντι 5,44% τον Ιούνιο. Επομένως, σε μηνιαία βάση παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο.
Στα νέα στεγαστικά δάνεια, πάντως, το μέσο επιτόκιο υποχώρησε στο 3,27%, πλησιάζοντας τα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας τετραετίας.
Παράλληλα, τα στεγαστικά αποτελούν τη μοναδική βασική κατηγορία στην οποία οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν χαμηλότερο μέσο επιτόκιο από την ευρωζώνη. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 3,52%.
Πριν προχωρήσετε, λοιπόν, σε αίτηση στεγαστικού, αξίζει να συγκρίνετε όχι μόνο το ονομαστικό επιτόκιο, αλλά και το συνολικό κόστος, τη διάρκεια αποπληρωμής, το είδος του επιτοκίου και τις πρόσθετες τραπεζικές χρεώσεις.
Ακριβότερα τα καταναλωτικά δάνεια στην Ελλάδα
Διαφορετική εικόνα εμφανίζουν τα καταναλωτικά δάνεια. Το μέσο επιτόκιό τους στην Ελλάδα φτάνει το 10,51%, έναντι 7,6% στην ευρωζώνη.
Η χώρα καταγράφει, έτσι, το τρίτο υψηλότερο κόστος καταναλωτικού δανεισμού μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Υψηλότερα επιτόκια συναντά κανείς μόνο στην Εσθονία, όπου φτάνουν το 12,61%, και στη Λετονία, όπου διαμορφώνονται στο 11,33%.
Η διαφορά εξηγεί γιατί ένα καταναλωτικό δάνειο μπορεί να επιβαρύνει πολύ περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Γι’ αυτό, πριν από οποιαδήποτε απόφαση, οι ενδιαφερόμενοι χρειάζεται να εξετάζουν τη μηνιαία δόση και το συνολικό ποσό που θα καταβάλουν έως τη λήξη της σύμβασης.
Τι ισχύει για τα επιχειρηματικά δάνεια
Οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν ακριβότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στα επιχειρηματικά δάνεια.
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 4,25%, έναντι 3,72% στην ευρωζώνη. Με αυτή την επίδοση, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη υψηλότερη θέση.
Ακριβότερος επιχειρηματικός δανεισμός καταγράφηκε μόνο:
- Στην Ιρλανδία, με επιτόκιο 5,35%
- Στην Εσθονία, με 5,21%
- Στη Λιθουανία, με 4,83%
- Στη Σλοβακία, με 4,56%
Παρά το αυξημένο κόστος, οι επιχειρήσεις συνέχισαν να αντλούν χρηματοδότηση. Οι εκταμιεύσεις επιχειρηματικών δανείων ξεπέρασαν τα 11,3 δισ. ευρώ στο επτάμηνο, παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση 6,5%.
Η μεγάλη εικόνα για την αγορά κατοικίας
Ο διπλασιασμός των στεγαστικών δανείων αποτελεί σαφή ένδειξη κινητικότητας στην αγορά. Παράλληλα, η επικράτησή τους έναντι των καταναλωτικών αλλάζει τη σύνθεση της τραπεζικής χρηματοδότησης έπειτα από 11 χρόνια.
Ωστόσο, τα 2,1 δισ. ευρώ παραμένουν πολύ χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα. Επιπλέον, το επιτόκιο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την αγορά κατοικίας. Οι τιμές των ακινήτων, το διαθέσιμο εισόδημα, το ύψος της προκαταβολής και η μακροχρόνια δυνατότητα αποπληρωμής επηρεάζουν εξίσου την τελική απόφαση.
Η τάση δείχνει επιστροφή των νοικοκυριών στα στεγαστικά δάνεια. Το επόμενο κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτή η άνοδος θα συνεχιστεί με βιώσιμο τρόπο και χωρίς να δημιουργήσει νέους κινδύνους υπερχρέωσης.