Δημήτρης Περπατάρης: Σύνταξη στα 55 και μειωμένη από τα 50 για γονείς παιδιών με αναπηρία
Η ειδική διάταξη που παραμένει άγνωστη σε χιλιάδες ασφαλισμένους – Καθοριστική η διατύπωση της γνωμάτευσης του ΚΕΠΑ
*Των Δημήτρη Σπ. Περπατάρη και Γιώργου Αποστολάκη
Μια ασφαλισμένη ηλικίας 60 ετών προσήλθε στο γραφείο μας θεωρώντας ότι θα έπρεπε να εργαστεί ακόμη επτά χρόνια, μέχρι να συμπληρώσει το γενικό όριο συνταξιοδότησης. Έπειτα από την εξέταση του ασφαλιστικού της φακέλου, διαπιστώθηκε ότι μπορούσε να λάβει άμεσα πλήρη σύνταξη και ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, είχε θεμελιώσει δικαίωμα ήδη από την ηλικία των 55 ετών.
Ο νόμος δεν είχε αλλάξει στο μεσοδιάστημα. Εκείνο που άλλαξε ήταν η διάταξη που εφαρμόστηκε στην περίπτωσή της. Η διαφορά αυτή μπορεί να κοστίσει σε έναν ασφαλισμένο αρκετά χρόνια εργασίας, αλλά και σημαντικά ποσά από συντάξεις που δεν διεκδικήθηκαν εγκαίρως.
Ο γενικός κανόνας είναι ευρέως γνωστός: πλήρης σύνταξη στα 62 με 40 έτη ασφάλισης ή στα 67 με τουλάχιστον 15 έτη. Ωστόσο, για τους γονείς παιδιών με αναπηρία προβλέπονται ειδικότερες προϋποθέσεις, οι οποίες συχνά δεν αξιοποιούνται λόγω ελλιπούς ενημέρωσης ή λανθασμένης αξιολόγησης του φακέλου.
Η γενική διάταξη για γονείς παιδιών με αναπηρία
Το άρθρο 37 του Ν. 3996/2011 προβλέπει δυνατότητα θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με 7.500 ημέρες, δηλαδή 25 έτη πραγματικής ασφάλισης, εφόσον το παιδί:
- έχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%,
- είναι άγαμο,
- δεν εργάζεται,
- δεν νοσηλεύεται με δαπάνη δημόσιου φορέα.
Παράλληλα, απαιτείται ο άλλος γονέας να εργάζεται και να μη λαμβάνει σύνταξη.
Μετά τις αλλαγές του Ν. 4336/2015, όμως, η συγκεκριμένη διαδρομή οδηγεί πλέον στη συνταξιοδότηση στο 62ο έτος της ηλικίας. Κατά συνέπεια, το πλεονέκτημα σε σχέση με τον γενικό κανόνα έχει περιοριστεί σημαντικά.
Η κρίσιμη διατύπωση στη γνωμάτευση του ΚΕΠΑ
Υπάρχει, ωστόσο, μια ειδικότερη διάταξη που μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη σύνταξη πολύ νωρίτερα. Το καθοριστικό στοιχείο βρίσκεται συχνά σε μία και μόνο φράση της γνωμάτευσης του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας.
Όταν η Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ χαρακτηρίζει το παιδί «ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία», μπορεί να ενεργοποιηθεί το άρθρο 24, παράγραφος 6, του Ν. 2084/1992.
Για μητέρες και, μετά τον Ν. 3863/2010, για χήρους πατέρες που ασφαλίστηκαν για πρώτη φορά από την 1η Ιανουαρίου 1993, προβλέπεται:
- πλήρης σύνταξη στην ηλικία των 55 ετών με 6.000 ημέρες ασφάλισης, δηλαδή 20 έτη,
- μειωμένη σύνταξη από την ηλικία των 50 ετών.
Το σημαντικότερο είναι ότι η συγκεκριμένη κατηγορία εξαιρέθηκε ρητά από την αύξηση των ορίων ηλικίας που επέβαλε ο Ν. 4336/2015. Έτσι, η πλήρης σύνταξη μπορεί να χορηγηθεί έως και 12 χρόνια νωρίτερα από το γενικό όριο των 67 ετών και με τον μισό ασφαλιστικό χρόνο σε σχέση με τα 40 έτη που απαιτούνται για σύνταξη στα 62.
Γιατί πολλοί ασφαλισμένοι χάνουν το δικαίωμα
Ο χαρακτηρισμός περί ανικανότητας για κάθε βιοποριστική εργασία δεν περιλαμβάνεται πάντοτε στις σύγχρονες γνωματεύσεις του ΚΕΠΑ. Συνήθως απαιτείται ειδικό ερώτημα ή αίτημα από τον ασφαλιστικό φορέα.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετοί φάκελοι να εξετάζονται με βάση τη γενική διάταξη για γονείς παιδιών με αναπηρία, παρότι ενδέχεται να πληρούνται οι προϋποθέσεις της ευνοϊκότερης ειδικής ρύθμισης.
Η παράλειψη δεν επηρεάζει μόνο την ηλικία συνταξιοδότησης, αλλά και το τελικό ύψος της σύνταξης.
Η διαφορά στα ποσά
Σύμφωνα με το παράδειγμα που παρατίθεται, η πλήρης σύνταξη μέσω της ειδικής διάταξης περιλαμβάνει ολόκληρη την εθνική σύνταξη, ύψους 446,90 ευρώ, με το συνολικό μεικτό ποσό να διαμορφώνεται περίπου στα 714 ευρώ.
Αντίθετα, η λήψη μειωμένης σύνταξης με εφαρμογή της προβλεπόμενης μείωσης κατά 30% στην εθνική σύνταξη μπορεί να περιορίσει το συνολικό ποσό περίπου στα 591 ευρώ.
Πρόκειται για τον ίδιο ασφαλιστικό χρόνο και τον ίδιο δικαιούχο, αλλά με σημαντικά διαφορετικό οικονομικό αποτέλεσμα σε μόνιμη βάση.
Η συνταξιοδότηση δεν επιβάλλει διακοπή της εργασίας
Η απονομή σύνταξης δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο ασφαλισμένος πρέπει να σταματήσει να εργάζεται. Ο εργαζόμενος συνταξιούχος καταβάλλει τον πρόσθετο πόρο 10% που προβλέπει το άρθρο 114 του Ν. 5078/2023, εκτός εάν ανήκει σε κάποια από τις κατηγορίες που εξαιρούνται.
Παράλληλα, ο ασφαλιστικός χρόνος που δημιουργείται από τη συνέχιση της απασχόλησης μπορεί να οδηγήσει σε προσαύξηση του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης μετά τη διακοπή της εργασίας.
Κάθε επιλογή έχει διαφορετικές ασφαλιστικές και οικονομικές συνέπειες. Για τον λόγο αυτό, ο πλήρης έλεγχος του φακέλου, των γνωματεύσεων του ΚΕΠΑ και των εφαρμοζόμενων διατάξεων πρέπει να προηγείται της αίτησης συνταξιοδότησης και όχι να ακολουθεί.
**Ο Δημήτρης Σπ. Περπατάρης είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και εργατολόγος. Ο Γιώργος Αποστολάκης είναι ασκούμενος δικηγόρος με ειδίκευση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.