Αυξήσεις στους μισθούς μόνο στα χαρτιά – Τι αποκαλύπτει η νέα έκθεση
Η ελληνική οικονομία μπορεί να συνεχίζει να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι τα οφέλη φτάνουν στην καθημερινότητα των εργαζομένων. Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την οικονομία και την απασχόληση αποτυπώνει μια διαφορετική εικόνα, καθώς επισημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη παραμένει περιορισμένη, οι πραγματικοί μισθοί κινούνται χαμηλά και οι κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό πρόβλημα.
Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παρουσιάζει διαρθρωτικές αδυναμίες, οι οποίες δυσκολεύουν τη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι αυξήσεις στους μισθούς δεν καλύπτουν την ακρίβεια
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων εξακολουθούν να πιέζονται, καθώς η αύξηση του κόστους ζωής απορροφά σχεδόν πλήρως τις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών.
Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ σε σύγκριση με το 2021 παραμένει μειωμένος κατά 1,3%.
Η εικόνα είναι ακόμη δυσμενέστερη σε βασικούς κλάδους της οικονομίας. Στην εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική μέριμνα, την εστίαση και το εμπόριο, τα πραγματικά ωρομίσθια εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφονταν το 2009.
Από τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη
Παρά τις χαμηλές αποδοχές, οι Έλληνες εργαζόμενοι εξακολουθούν να συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που εργάζονται τις περισσότερες ώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο εμπόριο ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας φτάνει τις 42,3 ώρες, στη μεταποίηση τις 41,7 ώρες, ενώ στον πρωτογενή τομέα διαμορφώνεται στις 47,1 ώρες.
Η έκθεση σημειώνει ότι ο αυξημένος χρόνος απασχόλησης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες αποδοχές, γεγονός που περιορίζει σημαντικά το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων.
Η εργασία δεν αρκεί για αξιοπρεπή διαβίωση
Οι μελετητές του ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνουν ότι η εργασία δεν αποτελεί πλέον από μόνη της εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Ο κίνδυνος φτώχειας παραμένει υψηλός, ιδιαίτερα για όσους εργάζονται με μερική απασχόληση, αλλά και για εργαζόμενους με χαμηλό ή μεσαίο μορφωτικό επίπεδο.
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και στα στοιχεία για τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με την έκθεση, το 34,9% των οικογενειών με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάπτυξη συνεχίζεται, αλλά η απόσταση από την Ευρώπη παραμένει
Παρά τα προβλήματα αυτά, η ελληνική οικονομία διατήρησε και το 2025 θετικό ρυθμό ανάπτυξης, υψηλότερο από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από οικονομίες όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Πολωνία και η Κροατία.
Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 19.400 ευρώ το 2025, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 έφτασε τις 34.110 ευρώ.
Παράλληλα, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, παρουσιάζοντας μικρή βελτίωση σε σχέση με το 66% που είχε καταγραφεί το 2019.
Βελτίωση στην απασχόληση, αλλά όχι στην ποιότητα της εργασίας
Η έκθεση καταγράφει θετική πορεία στην απασχόληση, χωρίς όμως αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας των θέσεων εργασίας.
Το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε στο 64,6%, από 56,5% το 2019, ωστόσο παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που ανέρχεται στο 71%.
Τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης εμφανίζονται στην Κρήτη (68,3%), στην Πελοπόννησο (68,1%) και στην Αττική (67,5%), ενώ η Δυτική Μακεδονία καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση με 56,3%.
Ιδιαίτερα χαμηλή παραμένει η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθώς το ποσοστό απασχόλησής τους διαμορφώνεται στο 56,5%, έναντι 66,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίστοιχα, στους νέους ηλικίας 15 έως 29 ετών η απασχόληση φτάνει μόλις στο 36,2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 49,1%.
Η ανεργία υποχωρεί, αλλά η μακροχρόνια ανεργία επιμένει
Το ποσοστό ανεργίας περιορίστηκε στο 8,9%, από 17,3% το 2019.
Παρά τη σημαντική αυτή αποκλιμάκωση, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας, καθώς το 55,8% των ανέργων παραμένει εκτός εργασίας για περισσότερο από έναν χρόνο.
Υψηλός ο κίνδυνος φτώχειας
Η κοινωνική διάσταση της έκθεσης παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική.
Ο κίνδυνος φτώχειας για τους νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών ανέρχεται στο 24,2%, ενώ για τις ηλικίες 25 έως 54 ετών διαμορφώνεται στο 17,5%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό είναι 14,3%.
Παράλληλα, το ποσοστό των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας παραμένει στο 34,9%, έναντι μόλις 9,1% στην ΕΕ.
Η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ
Η έκθεση καταλήγει ότι η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο η διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά η μετατροπή της σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Όπως επισημαίνεται, απαιτείται αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με μεγαλύτερη έμφαση στις παραγωγικές επενδύσεις, στην τεχνολογική αναβάθμιση, στην καινοτομία και στη δημιουργία ποιοτικών, καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.
Παράλληλα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών, η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε η οικονομική ανάπτυξη να μεταφραστεί σε πραγματική κοινωνική σύγκλιση με την Ευρώπη.
- 1 λεπτό πριν Πτώση 17χρονου τουρίστα από μπαλκόνι ξενοδοχείου στο Χαλάνδρι
- 1 λεπτό πριν ΕΡΓΑΝΗ: 332.843 νέες θέσεις εργασίας στο πρώτο πεντάμηνο του 2026
- 7 λεπτά πριν Ισχυρός σεισμός 6,2 Ρίχτερ στην ανατολική Ινδονησία







