ΑΑΔΕ: Ποιοι μπαίνουν στο στόχαστρο – Τι ελέγχει σε καταθέσεις, ακίνητα και κάρτες
Μετά την ολοκλήρωση των φορολογικών δηλώσεων του 2026, η ΑΑΔΕ περνά στην επόμενη φάση των ελέγχων. Στο επίκεντρο βρίσκονται τραπεζικοί λογαριασμοί, ακίνητα, επενδύσεις, πιστωτικές κάρτες και δαπάνες διαβίωσης φυσικών και νομικών προσώπων.
Ο στόχος είναι συγκεκριμένος: οι ελεγκτικές υπηρεσίες θέλουν να εντοπίσουν αδήλωτα εισοδήματα, αδικαιολόγητες αυξήσεις περιουσίας και σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα σε όσα δηλώνει ένας φορολογούμενος και στην πραγματική οικονομική εικόνα του.
Με άλλα λόγια, μπορεί το εισόδημα που εμφανίζεται στη φορολογική δήλωση να δικαιολογήσει τις καταθέσεις, τις αγορές, τις επενδύσεις και τον τρόπο διαβίωσης; Εάν η απάντηση δεν προκύπτει καθαρά από τα διαθέσιμα στοιχεία, η φορολογική διοίκηση μπορεί να ζητήσει εξηγήσεις και δικαιολογητικά.
Πώς λειτουργεί το BANCAPP
Κεντρικό ρόλο στους νέους ελέγχους αναλαμβάνει το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας, γνωστό ως BANCAPP.
Το σύστημα συγκεντρώνει και επεξεργάζεται χρηματοοικονομικά δεδομένα από τράπεζες και άλλους υπόχρεους φορείς. Έτσι, οι ελεγκτές αποκτούν ταχύτερα μια συνολική εικόνα για τις οικονομικές κινήσεις του προσώπου που εξετάζουν.
Η διαδικασία ενεργοποιείται όταν εκδοθεί εντολή ελέγχου εισοδήματος. Στη συνέχεια, η ΑΑΔΕ διαβιβάζει ηλεκτρονικά το σχετικό αίτημα στα πιστωτικά ιδρύματα και στους υπόχρεους φορείς.
Κατά κανόνα, οι αποδέκτες πρέπει να αποστείλουν τα απαιτούμενα αρχεία μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες. Ωστόσο, όταν ο έλεγχος καλύπτει περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, η προθεσμία αυξάνεται στις πέντε εργάσιμες ημέρες.
Παράλληλα, η ανταλλαγή των στοιχείων πραγματοποιείται μέσω των υποδομών της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., ενώ τα δεδομένα μεταφέρονται κρυπτογραφημένα. Για την άρση του τραπεζικού απορρήτου απαιτείται ο ΑΦΜ του ελεγχόμενου φυσικού ή νομικού προσώπου, καθώς και η ολοκλήρωση των προβλεπόμενων εγκρίσεων.
Τι ελέγχει η ΑΑΔΕ
Οι διασταυρώσεις δεν περιορίζονται στο υπόλοιπο ενός τραπεζικού λογαριασμού. Αντίθετα, μπορούν να καλύψουν ένα ευρύ φάσμα περιουσιακών στοιχείων και συναλλαγών.
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν:
- Καταθέσεις και τραπεζικές κινήσεις
- Δάνεια και αποπληρωμές δόσεων
- Επενδυτικοί λογαριασμοί και χαρτοφυλάκια
- Μετοχές, ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια
- Παράγωγα και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα
- Πιστωτικές και προπληρωμένες κάρτες
- Λογαριασμοί πληρωμών
- Ηλεκτρονικά πορτοφόλια
- Τραπεζικές θυρίδες
- Ακίνητα και εισοδήματα από μισθώσεις
- Βραχυχρόνιες μισθώσεις
Επομένως, μια μεγάλη κατάθεση ή μια σημαντική επένδυση που δεν συμβαδίζει με τα δηλωμένα εισοδήματα μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω έλεγχο.
Οι δαπάνες διαβίωσης που εξετάζει η Εφορία
Η ΑΑΔΕ στρέφει την προσοχή της και στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Οι ελεγκτές συγκρίνουν τις δαπάνες με τα εισοδήματα που αναγράφονται στη φορολογική δήλωση, ώστε να διαπιστώσουν εάν προκύπτει ανεξήγητη διαφορά.
Μεταξύ άλλων, μπορούν να εξεταστούν:
- Οι ηλεκτρονικές πληρωμές που δηλώνονται στους κωδικούς 049-050
- Οι δόσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων
- Τα ασφάλιστρα ζωής και υγείας
- Τα νοσήλια σε ιδιωτικές κλινικές
- Τα δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων
- Οι λογαριασμοί σταθερής και κινητής τηλεφωνίας
- Η κατανάλωση νερού
- Οι πρόσθετες αμοιβές και οι αναδρομικές αποδοχές
- Οι δαπάνες που συνδέονται με ακίνητα
Μάλιστα, μια ασυνήθιστα υψηλή κατανάλωση νερού μπορεί να αποτελέσει ένδειξη για μη δηλωμένη πισίνα. Αντίστοιχα, υψηλές πληρωμές για δίδακτρα, ασφάλιστρα ή δάνεια ενδέχεται να μη συμβαδίζουν με ένα ιδιαίτερα χαμηλό δηλωθέν εισόδημα.
Ποιοι φορολογούμενοι κινδυνεύουν περισσότερο
Οι ηλεκτρονικοί έλεγχοι επικεντρώνονται κυρίως στις περιπτώσεις όπου εμφανίζεται μεγάλη και ανεξήγητη απόσταση ανάμεσα:
- Στο δηλωμένο εισόδημα και στις τραπεζικές καταθέσεις
- Στα εισοδήματα και στην αξία της περιουσίας
- Στις φορολογικές δηλώσεις και στις επενδυτικές κινήσεις
- Στα δηλωμένα ποσά και στις πραγματικές δαπάνες διαβίωσης
- Στα δηλωμένα μισθώματα και στα στοιχεία χρήσης του ακινήτου
Έχετε πραγματοποιήσει μεγάλη αγορά, λάβει χρηματική δωρεά ή εισπράξει χρήματα από πώληση περιουσιακού στοιχείου; Σε μια τέτοια περίπτωση, χρειάζεται να υπάρχουν τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, ώστε να τεκμηριώνεται η προέλευση των χρημάτων.
Τι συμβαίνει όταν εντοπιστεί απόκλιση
Η εμφάνιση μιας διαφοράς δεν συνεπάγεται αυτόματα την επιβολή προστίμου. Αρχικά, η ΑΑΔΕ καλεί τον φορολογούμενο να εξηγήσει την απόκλιση και να προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο ΚΕΦΟΔΕ.
Ο φορολογούμενος μπορεί, για παράδειγμα, να επικαλεστεί και να αποδείξει:
- Πώληση ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου
- Νόμιμη δωρεά ή γονική παροχή
- Κληρονομιά
- Τραπεζικό δάνειο
- Ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών
- Εισόδημα που έχει ήδη φορολογηθεί ή απαλλάσσεται νόμιμα
- Μεταφορά χρημάτων μεταξύ προσωπικών λογαριασμών
Ωστόσο, εάν τα στοιχεία δεν επαρκούν, η υπόθεση μπορεί να οδηγηθεί σε πλήρη φορολογικό έλεγχο. Τότε η φορολογική διοίκηση ενδέχεται να καταλογίσει πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα.
Όταν η οικονομική διαφορά δεν δικαιολογείται από τα δηλωμένα εισοδήματα ή από νόμιμη πηγή χρηματοδότησης, η ΑΑΔΕ μπορεί να τη χαρακτηρίσει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, το σχετικό ποσό φορολογείται με συντελεστή 33%.
- 8 λεπτά πριν Νέο Χωροταξικό ΑΠΕ: Πού απαγορεύονται φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες
- 12 λεπτά πριν Σίφνος: Στο μικροσκόπιο μηχανική βλάβη και ιατρικό περιστατικό – Η κρίσιμη μαρτυρία για τη συντριβή
- 18 λεπτά πριν Ακίνητα: Πού πωλούνται τα φθηνότερα σπίτια στην Αττική – Ο νέος χάρτης τιμών







