Ψηφιακό «σαφάρι» για κρυφά εισοδήματα: Οι τέσσερις κατηγορίες που μπαίνουν πρώτες στο στόχαστρο
Νέα γενιά φορολογικών ελέγχων ενεργοποιεί η ΑΑΔΕ, αφήνοντας σταδιακά πίσω τους τυχαίους και χρονοβόρους ελέγχους. Αγοραπωλησίες ακινήτων, επιχειρήσεις που δηλώνουν μηδενικό ΦΠΑ και εισοδήματα από βραχυχρόνιες μισθώσεις περνούν πλέον από αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις, οι οποίες μπορούν να εντοπίσουν μέσα σε λίγα λεπτά αποκλίσεις που παλαιότερα χρειάζονταν μήνες για να αποκαλυφθούν.
Το βάρος πέφτει στις περιπτώσεις όπου η οικονομική εικόνα που εμφανίζεται στις φορολογικές δηλώσεις δεν συμβαδίζει με τα στοιχεία από τράπεζες, ηλεκτρονικά βιβλία, συμβόλαια, ψηφιακές πλατφόρμες και δηλώσεις βραχυχρόνιας διαμονής. Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερα δεδομένα συγκεντρώνονται ηλεκτρονικά, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραμένουν αόρατα εισοδήματα και συναλλαγές.
Από τον τυχαίο έλεγχο στο ψηφιακό προφίλ του φορολογουμένου
Η σημαντικότερη αλλαγή δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των ελέγχων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται οι υποθέσεις.
Η φορολογική διοίκηση δημιουργεί ένα ψηφιακό προφίλ για κάθε επιχείρηση και φορολογούμενο, συνδυάζοντας πληροφορίες από διαφορετικές πηγές. Τα δηλωμένα εισοδήματα συγκρίνονται με τις κινήσεις λογαριασμών, τις ηλεκτρονικές πληρωμές, τα στοιχεία του myDATA, τις μεταβιβάσεις ακινήτων, το Κτηματολόγιο και τα δεδομένα που αποστέλλουν οι πλατφόρμες της οικονομίας διαμοιρασμού.
Έτσι, μια περίπτωση δεν θεωρείται ύποπτη επειδή εμφανίζει απλώς χαμηλό εισόδημα. Το ενδιαφέρον των ελεγκτών αυξάνεται όταν το χαμηλό εισόδημα συνδυάζεται με αγορές μεγάλης αξίας, συστηματικές τραπεζικές καταθέσεις, αυξημένες ηλεκτρονικές εισπράξεις ή δραστηριότητα που δεν αποτυπώνεται στις δηλώσεις.
Αγοραπωλησίες ακινήτων με τίμημα που δεν πείθει
Ένα από τα βασικά πεδία ελέγχου είναι οι μεταβιβάσεις ακινήτων, κυρίως όταν η τιμή που αναγράφεται στο συμβόλαιο φαίνεται σημαντικά χαμηλότερη από την εμπορική αξία του ακινήτου ή δεν δικαιολογείται από τα χαρακτηριστικά του.
Οι ελεγκτικές υπηρεσίες μπορούν να αντιπαραβάλουν την αξία του συμβολαίου με στοιχεία από προηγούμενες μεταβιβάσεις, τραπεζικές πληρωμές, στεγαστικά δάνεια, το Κτηματολόγιο και την περιουσιακή εικόνα αγοραστή και πωλητή.
Στο επίκεντρο βρίσκονται περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις ότι μέρος του πραγματικού τιμήματος καταβλήθηκε εκτός συμβολαίου. Παράλληλα, εξετάζεται αν ο αγοραστής μπορούσε να καλύψει την αγορά με βάση τα δηλωμένα εισοδήματα, τις αποταμιεύσεις, κάποιο δάνειο ή χρηματική δωρεά.
Παράδειγμα
Ένας φορολογούμενος δηλώνει ετήσιο εισόδημα 14.000 ευρώ και αγοράζει ακίνητο αξίας 220.000 ευρώ χωρίς στεγαστικό δάνειο. Η συναλλαγή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη φοροδιαφυγής. Ωστόσο, μπορεί να ζητηθεί να αποδειχθεί η προέλευση των χρημάτων, όπως από αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, πώληση άλλου περιουσιακού στοιχείου, γονική παροχή ή κληρονομιά.
Εάν δεν υπάρχει επαρκής δικαιολόγηση, η διαφορά μπορεί να αντιμετωπιστεί ως προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή.
Μηδενικός ΦΠΑ, αλλά κανονική εμπορική δραστηριότητα
Το δεύτερο μέτωπο αφορά επιχειρήσεις που υποβάλλουν μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ, παρότι τα ηλεκτρονικά δεδομένα δείχνουν ότι συνεχίζουν να λειτουργούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, 1.377 επιχειρήσεις είχαν ήδη εντοπιστεί να υποβάλλουν μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ, ενώ ταυτόχρονα εμφάνιζαν συναλλαγές και κανονική οικονομική δραστηριότητα μέσω των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA.
Οι αποκλίσεις αυτές μπορούν να προκύψουν από παραστατικά που έχουν διαβιβάσει προμηθευτές, από πληρωμές μέσω POS ή από τιμολόγια και αποδείξεις που εμφανίζονται στο ηλεκτρονικό σύστημα, χωρίς να έχουν συμπεριληφθεί σωστά στη δήλωση ΦΠΑ.
Οι επιχειρήσεις που εμφανίζουν επανειλημμένα τέτοιες διαφορές θεωρούνται υψηλότερου φορολογικού κινδύνου και μπορούν να οδηγηθούν σε στοχευμένο έλεγχο.
Παράδειγμα
Μια εταιρεία δηλώνει για ένα τρίμηνο μηδενικές πωλήσεις και μηδενικό ΦΠΑ. Στο myDATA, όμως, εμφανίζονται τιμολόγια που έχουν εκδώσει οι προμηθευτές της, ενώ καταγράφονται και εισπράξεις από κάρτες.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει αποκρυφτεί φόρος, καθώς μπορεί να υπάρχει λογιστικό λάθος ή εκπρόθεσμη διαβίβαση. Η ασυμφωνία, όμως, δημιουργεί ηλεκτρονικό σήμα κινδύνου και απαιτεί εξηγήσεις ή διορθωτική δήλωση.
Επαγγελματίες με χαμηλά εισοδήματα και υψηλές δαπάνες
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν επίσης φυσικά πρόσωπα και ελεύθεροι επαγγελματίες που δηλώνουν σταθερά πολύ χαμηλά εισοδήματα, ενώ η συνολική οικονομική τους δραστηριότητα παραπέμπει σε σημαντικά μεγαλύτερη φοροδοτική δυνατότητα.
Οι έλεγχοι δεν περιορίζονται μόνο στις μεγάλες αγορές. Μπορούν να ληφθούν υπόψη οι πληρωμές με κάρτα, τα δάνεια που εξυπηρετούνται, οι δαπάνες κατοχής ακινήτων και οχημάτων, οι τραπεζικές κινήσεις, τα ταξίδια και άλλες συναλλαγές.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η απόσταση ανάμεσα στη δηλωμένη εικόνα και στην πραγματική κατανάλωση. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση και όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ελέγχου.
Παράδειγμα
Ελεύθερος επαγγελματίας δηλώνει καθαρό εισόδημα 8.000 ευρώ για δύο συνεχόμενα έτη. Την ίδια περίοδο καταβάλλει συνολικά 18.000 ευρώ για δόσεις δανείων, ταξίδια, δίδακτρα και αγορές με κάρτα.
Η διαφορά δεν αποδεικνύει από μόνη της αδήλωτο εισόδημα. Μπορεί να καλύπτεται από παλαιότερες αποταμιεύσεις ή χρήματα του οικογενειακού περιβάλλοντος. Αν, όμως, δεν υπάρχουν σχετικά παραστατικά ή νόμιμη πηγή χρηματοδότησης, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να δικαιολογήσει τις δαπάνες.
Airbnb και Booking: Τα στοιχεία των πλατφορμών συναντούν τις φορολογικές δηλώσεις
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι έλεγχοι στις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Η ΑΑΔΕ διασταυρώνει τις κρατήσεις και τα ποσά που αποστέλλουν οι ψηφιακές πλατφόρμες με το Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής, τις δηλώσεις εισοδήματος και τις δηλώσεις βραχυχρόνιας διαμονής.
Κάθε ακίνητο που διατίθεται με αυτό το καθεστώς πρέπει να εγγράφεται στο σχετικό Μητρώο και να αποκτά Αριθμό Μητρώου Ακινήτου, ο οποίος αναγράφεται στην ηλεκτρονική αγγελία. Η δήλωση για κάθε διαμονή υποβάλλεται έως τις 20 του επόμενου μήνα από την αναχώρηση του επισκέπτη.
Οι διασταυρώσεις μπορούν να εντοπίσουν ακίνητα που εμφανίζονται σε πλατφόρμες χωρίς έγκυρο ΑΜΑ, κρατήσεις που δεν δηλώθηκαν ή ποσά που διαφέρουν από εκείνα που εμφανίζονται στη φορολογική δήλωση.
Η δυνατότητα αυτή έχει ενισχυθεί και από το ευρωπαϊκό πλαίσιο DAC7, βάσει του οποίου οι ψηφιακές πλατφόρμες διαβιβάζουν στοιχεία για τους πωλητές και τους παρόχους υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται μέσω αυτών. Στις πληροφορίες μπορούν να περιλαμβάνονται το ΑΦΜ, τα εισπραχθέντα ποσά, οι ημέρες μίσθωσης και οι προμήθειες της πλατφόρμας.
Το λάθος που μπορεί να προκαλέσει έλεγχο χωρίς να υπάρχει φοροδιαφυγή
Οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις δεν εντοπίζουν μόνο σκόπιμη απόκρυψη εισοδημάτων. Συχνά αποκαλύπτουν και λάθη, παραλείψεις ή ασυμφωνίες ανάμεσα σε διαφορετικές δηλώσεις.
Για παράδειγμα, ένας ιδιοκτήτης μπορεί να έχει δηλώσει σωστά τις κρατήσεις στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής, αλλά να έχει μεταφέρει λανθασμένο ποσό στο έντυπο Ε2. Αντίστοιχα, μια επιχείρηση μπορεί να έχει διαβιβάσει παραστατικά στο myDATA, αλλά να μην τα έχει συμπεριλάβει σωστά στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ.
Για τον λόγο αυτό, η εμφάνιση μιας διαφοράς δεν συνεπάγεται αυτομάτως πρόστιμο. Συνήθως ακολουθεί ειδοποίηση, αίτημα παροχής διευκρινίσεων ή δυνατότητα υποβολής διορθωτικής δήλωσης. Σε περίπτωση που η απόκλιση παραμένει ανεξήγητη, μπορεί να ξεκινήσει φορολογικός έλεγχος.
Τι πρέπει να ελέγξουν επιχειρήσεις και ιδιοκτήτες
Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να συμφωνούν τακτικά τα λογιστικά τους βιβλία με τα δεδομένα του myDATA, τις δηλώσεις ΦΠΑ και τις εισπράξεις μέσω POS. Μια ασυμφωνία που παραμένει για μεγάλο διάστημα είναι πιθανότερο να χαρακτηριστεί ύποπτη από μια απόκλιση που διορθώνεται άμεσα.
Οι ιδιοκτήτες βραχυχρόνιων μισθώσεων πρέπει να ελέγχουν ότι το ΑΜΑ εμφανίζεται σε κάθε αγγελία, ότι όλες οι διαμονές έχουν δηλωθεί και ότι το συνολικό εισόδημα συμφωνεί με τα στοιχεία των πλατφορμών. Η ΑΑΔΕ επιτρέπει την τροποποίηση των δηλώσεων βραχυχρόνιας διαμονής μέχρι την προθεσμία που προβλέπεται πριν από την οριστικοποίηση του Μητρώου για το αντίστοιχο φορολογικό έτος.
Αντίστοιχα, όσοι πραγματοποιούν μεγάλες αγορές ή μεταφορές χρημάτων χρειάζεται να διατηρούν τα στοιχεία που αποδεικνύουν την προέλευση των ποσών. Τραπεζικά παραστατικά, συμβόλαια, δηλώσεις δωρεάς και αποδεικτικά παλαιότερων αποταμιεύσεων μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά σε έναν έλεγχο.
- 1 ώρα πριν Έρχονται voucher διακοπών έως 600 ευρώ – Ποιοι θα κάνουν αίτηση
- 2 ώρες πριν Αυξήσεις έως 35 ευρώ για ασφαλισμένους σε ΙΚΑ, Δημόσιο, ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ και ΝΑΤ
- 2 ώρες πριν Καύσωνας-«φούρνος» με 41άρια: Οι περιοχές που θα λιώσουν και πού έρχονται ξαφνικές καταιγίδες









