1925
Μάνος Χατζιδάκις: 101 χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη

Σαν σήμερα, στις 23 Οκτωβρίου 1925, γεννιέται στην Ξάνθη ο Μάνος Χατζιδάκις. Συνθέτης, πιανίστας και μαέστρος, συνδέει τη δημιουργία του με το τραγούδι, το θέατρο, τον κινηματογράφο και τη ραδιοφωνία.

Από την Ξάνθη στην Αθήνα
Ο Εμμανουήλ Χατζιδάκις, όπως είναι το πλήρες όνομά του, αρχίζει μαθήματα μουσικής από μικρή ηλικία. Μαθαίνει πιάνο και παράλληλα εξασκείται στο βιολί και στο ακορντεόν.
Το 1932 εγκαθίσταται στην Αθήνα με τη μητέρα και την αδελφή του. Τα επόμενα χρόνια, οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας τον οδηγούν σε διαφορετικές δουλειές, ενώ συνεχίζει να καλλιεργεί το ενδιαφέρον του για τη μουσική.
Στην πρωτεύουσα γνωρίζει καλλιτέχνες και διανοουμένους που θα επηρεάσουν την πορεία του. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο αναπτύσσει μια μακρόχρονη δημιουργική συνεργασία.
Το Θέατρο Τέχνης και η διάλεξη για το ρεμπέτικο
Το 1944, ο Χατζιδάκις παρουσιάζεται ως συνθέτης μέσα από τη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, γράφοντας μουσική για τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολομού. Η συνεργασία ανοίγει έναν σημαντικό κύκλο δουλειάς για τη θεατρική σκηνή.
Παράλληλα, στρέφει την προσοχή του στο ρεμπέτικο τραγούδι. Στις 31 Ιανουαρίου 1949, δίνει τη γνωστή διάλεξή του στο Θέατρο Τέχνης, υποστηρίζοντας τη μουσική και εκφραστική αξία του σε μια εποχή έντονων προκαταλήψεων.
Με αυτή την παρέμβαση, εντάσσει το ρεμπέτικο στη συζήτηση για τη νεοελληνική δημιουργία και αναδεικνύει τη σχέση του με την πολιτιστική εμπειρία του τόπου.
Ο κινηματογράφος και το Όσκαρ του 1961
Στη δεκαετία του 1950, ο Χατζιδάκις γράφει μουσική για ταινίες που αποκτούν ευρεία απήχηση. Συνεργάζεται με τον Μιχάλη Κακογιάννη στη «Στέλλα», με τον Αλέκο Σακελλάριο στο «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» και με τον Νίκο Κούνδουρο στον «Δράκο».
Το 1960 συνθέτει τα «Παιδιά του Πειραιά» για το «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν, με ερμηνεύτρια τη Μελίνα Μερκούρη.
Στην απονομή των Όσκαρ του 1961, κερδίζει το βραβείο πρωτότυπου τραγουδιού. Η διάκριση διευρύνει τη διεθνή αναγνώρισή του και συνδέει το όνομά του με μία από τις γνωστότερες ελληνικές κινηματογραφικές μελωδίες.
«Το χαμόγελο της Τζοκόντας» και ο «Μεγάλος Ερωτικός»
Η δημιουργία του εκτείνεται πέρα από τα τραγούδια του κινηματογράφου. Στο «Χαμόγελο της Τζοκόντας», που ηχογραφεί το 1965 με παραγωγό τον Κουίνσι Τζόουνς, αναπτύσσει έναν ορχηστρικό κόσμο με κεντρικό στοιχείο τη μελωδία.
Στη συνέχεια εγκαθίσταται στη Νέα Υόρκη, όπου γνωρίζει διαφορετικές πλευρές της αμερικανικής μουσικής σκηνής. Από αυτή την περίοδο προκύπτει και το «Reflections», σε συνεργασία με το New York Rock & Roll Ensemble.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1972, ηχογραφεί τον «Μεγάλο Ερωτικό», με τη Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Δημήτρη Ψαριανό. Στον κύκλο αυτό μελοποιεί ποιητικά κείμενα διαφορετικών εποχών, δημιουργώντας ένα έργο με κοινό άξονα τον έρωτα.
Το Τρίτο Πρόγραμμα και η αναζήτηση νέων δημιουργών
Στη Μεταπολίτευση, ο Χατζιδάκις αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος. Μαζί με τους συνεργάτες του ανανεώνει το περιεχόμενο του σταθμού, δίνοντας χώρο στη μουσική, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και στον σχολιασμό.
Μέσα από τα ραδιοφωνικά του «Σχόλια», παρεμβαίνει στην επικαιρότητα με κριτική διάθεση, χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Η ραδιοφωνική του παρουσία γίνεται έτσι μέρος της ευρύτερης δημόσιας δράσης του.
Παράλληλα, οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και διαγωνισμούς για νέους δημιουργούς. Αργότερα ιδρύει τη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος» και εκδίδει το περιοδικό «Το Τέταρτο», διευρύνοντας τους τρόπους με τους οποίους στηρίζει και παρουσιάζει καλλιτεχνικές προτάσεις.

Το σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι στην οδό Κωνσταντίνου Μάνου 3 στο Παγκράτι όπου ο μουσικοσυνθέτης έζησε την πρώτη δημιουργική περίοδο της ζωής του, από το 1936 έως το 1962. Το 2019 ο δήμος Αθηναίων μετονόμασε τον δρόμο σε οδό Μάνου Χατζιδάκι.
Η Ορχήστρα των Χρωμάτων και η παρακαταθήκη
Το 1989, ο Χατζιδάκις ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωμάτων, με στόχο να παρουσιάζει έργα ελλήνων και ξένων συνθετών και να καλλιεργεί την επαφή του κοινού με διαφορετικά μουσικά ακούσματα.
Πεθαίνει στις 15 Ιουνίου 1994, σε ηλικία 68 ετών, και ενταφιάζεται στην Παιανία.

