Τι μένει τελικά στην τσέπη των πολιτών πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες
Όσο γκριζάρει το πολιτικό σκηνικό και απομακρύνεται το ενδεχόμενο μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τόσο μεγαλώνει και το πακέτο των εξαγγελιών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ενίσχυση των συνταξιούχων. Το ποσό που αρχικά είχε ανακοινωθεί ως εφάπαξ βοήθημα, με εισοδηματικά κριτήρια, αυξήθηκε την άνοιξη στα 300 ευρώ και τελικά, στη φετινή ΔΕΘ, ανέβηκε στα 400 ευρώ, αυτή τη φορά χωρίς εισοδηματικά κριτήρια. Το μόνο φίλτρο που παραμένει είναι το ηλικιακό όριο των 65 ετών.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ερωτήματα, καθώς πριν από λίγους μήνες η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν επέτρεπαν μεγαλύτερες παρεμβάσεις, παρότι ήδη γνώριζε την ισχυρή πορεία των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Αντίστοιχα, αρκετές από τις εξαγγελίες που παρουσιάζονται ως μέτρα κοινωνικής πολιτικής δημιουργούν προβληματισμό ως προς την πραγματική αποτελεσματικότητά τους.
Χαρακτηριστικό είναι το νέο μοντέλο αποταμίευσης για τα παιδιά, βάσει του οποίου το κράτος θα συμμετέχει οικονομικά μόνο εφόσον οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να καταβάλλουν αντίστοιχο ποσό. Αυτό σημαίνει ότι οι οικογένειες με τα χαμηλότερα εισοδήματα, που δυσκολεύονται ήδη να καλύψουν βασικές ανάγκες όπως τρόφιμα, θέρμανση, ένδυση ή εκπαιδευτικά έξοδα, κινδυνεύουν να μείνουν εκτός της συγκεκριμένης ενίσχυσης.
Περιορισμένο εμφανίζεται και το πραγματικό όφελος από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Μια αύξηση της τάξης των 30 ευρώ μεικτά μεταφράζεται σε σαφώς μικρότερο καθαρό ποσό μετά τις ασφαλιστικές εισφορές και τη φορολογία, την ώρα που το κόστος ζωής, τα ενοίκια και οι βασικές ανάγκες συνεχίζουν να πιέζουν έντονα τα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται επίσης υπό πίεση, καθώς καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα, κυρίως στην ενέργεια, ενώ παράλληλα δυσκολεύονται να στηρίξουν σημαντικότερες αυξήσεις μισθών.
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα επιχειρεί να ελαφρύνει το βάρος, ωστόσο το άμεσο όφελος για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό παραμένει περιορισμένο.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για τους συνταξιούχους. Η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας περιορίζει σε σημαντικό βαθμό την πραγματική αξία των αυξήσεων, ενώ οι προσαρμογές στις συντάξεις παραμένουν χαμηλότερες από την πραγματική επιβάρυνση που προκαλεί η ακρίβεια.
Παράλληλα, δεν προβλέπονται νέες αυξήσεις στις επικουρικές συντάξεις, ενώ δεν υπήρξε παρέμβαση για ουσιαστική μείωση ή κατάργηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, μέσω της οποίας παρακρατούνται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι, πίσω από τους υψηλούς τόνους των εξαγγελιών της ΔΕΘ, αρκετά μέτρα έχουν μικρότερο πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα από αυτό που δημιουργεί η επικοινωνιακή τους παρουσίαση.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι ενισχύσεις είτε μετατίθενται χρονικά, είτε εξαρτώνται από προϋποθέσεις που αποκλείουν τους πιο αδύναμους, είτε απορροφώνται εν μέρει από φόρους, κρατήσεις και την ακρίβεια.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα ανακοινώνονται, αλλά πόσα τελικά μένουν πραγματικά στην τσέπη του πολίτη.