Μειωμένη σύνταξη: Πόσο είναι η πραγματική μείωση και ποιο τμήμα της σύνταξης «κουρεύεται»
Η επιλογή της μειωμένης σύνταξης αποτελεί για πολλούς ασφαλισμένους έναν τρόπο να αποχωρήσουν νωρίτερα από την εργασία, χωρίς να περιμένουν το όριο ηλικίας που προβλέπεται για πλήρη συνταξιοδότηση. Ωστόσο, ένα από τα συχνότερα ερωτήματα είναι πόσο τελικά μειώνεται η σύνταξη και αν το «κούρεμα» φτάνει πράγματι το 30% του συνολικού ποσού.
Η απάντηση είναι σημαντική: η μείωση δεν επιβάλλεται σε ολόκληρη τη σύνταξη, αλλά μόνο στο τμήμα της εθνικής σύνταξης. Η ανταποδοτική σύνταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση τα χρόνια ασφάλισης, τις συντάξιμες αποδοχές και τα ποσοστά αναπλήρωσης, δεν υφίσταται την αντίστοιχη περικοπή λόγω πρόωρης εξόδου.
Πώς υπολογίζεται το «πέναλτι»
Για κάθε μήνα που υπολείπεται μέχρι τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας για πλήρη σύνταξη, η εθνική σύνταξη μειώνεται κατά 1/200, δηλαδή κατά 0,5%.
Σε ετήσια βάση η μείωση αντιστοιχεί σε 6%, ενώ το ανώτατο όριο του «πέναλτι» είναι 30%. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που αποχωρεί πέντε χρόνια νωρίτερα από το όριο πλήρους συνταξιοδότησης επιβαρύνεται με τη μέγιστη προβλεπόμενη μείωση στην εθνική σύνταξη.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ασφαλισμένου που δικαιούται πλήρη σύνταξη στα 67 αλλά επιλέγει, εφόσον πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, να αποχωρήσει με μειωμένη στα 62. Η διαφορά είναι 60 μήνες και συνεπώς η μείωση στην εθνική σύνταξη φτάνει το 30%.
Δεν μειώνεται κατά 30% ολόκληρη η σύνταξη
Εδώ βρίσκεται και η βασική παρανόηση γύρω από τη μειωμένη σύνταξη.
Μία κύρια σύνταξη αποτελείται από δύο βασικά μέρη: την εθνική και την ανταποδοτική σύνταξη. Το πέναλτι πρόωρης συνταξιοδότησης επιβάλλεται στην πρώτη και όχι στη δεύτερη.
Για το 2026, το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης έχει διαμορφωθεί στα 446,86 ευρώ, εφόσον πληρούνται και οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ασφάλισης και διαμονής.
Έτσι, στην περίπτωση μέγιστης μείωσης 30%, το ποσό των 446,86 ευρώ περιορίζεται περίπου στα 312,80 ευρώ. Η απώλεια είναι δηλαδή περίπου 134 ευρώ τον μήνα από το συγκεκριμένο τμήμα της σύνταξης και όχι το 30% του συνολικού ποσού που θα λάμβανε ο ασφαλισμένος.
Αν, για παράδειγμα, ένας ασφαλισμένος δικαιούται ανταποδοτική σύνταξη 700 ευρώ, αυτή δεν μειώνεται εξαιτίας της επιλογής μειωμένης συνταξιοδότησης. Στο παραπάνω ενδεικτικό παράδειγμα, η συνολική σύνταξη πριν από άλλες τυχόν κρατήσεις θα διαμορφωνόταν από τα 700 ευρώ της ανταποδοτικής σύνταξης συν το μειωμένο ποσό της εθνικής.
Μικρότερη πρόωρη έξοδος, μικρότερη περικοπή
Το 30% δεν εφαρμόζεται αυτόματα σε κάθε μειωμένη σύνταξη.
Αν κάποιος αποχωρεί έναν χρόνο πριν από το πλήρες όριο ηλικίας, η μείωση της εθνικής σύνταξης είναι 6%. Για δύο χρόνια είναι 12%, για τρία χρόνια 18%, για τέσσερα 24% και για πέντε χρόνια φτάνει στο ανώτατο 30%.
Στην πράξη, επομένως, όσο μικρότερη είναι η χρονική απόσταση από το πλήρες όριο συνταξιοδότησης τόσο μικρότερο είναι και το πέναλτι.
Προσοχή και στα χρόνια ασφάλισης
Το τελικό ποσό της εθνικής σύνταξης επηρεάζεται και από τα χρόνια ασφάλισης.
Για ασφαλισμένο με λιγότερα από 20 αλλά τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης, η εθνική σύνταξη μειώνεται κατά 2% για κάθε έτος που υπολείπεται των 20 ετών. Εάν παράλληλα πρόκειται και για μειωμένη σύνταξη λόγω ηλικίας, εφαρμόζεται επιπλέον η αντίστοιχη μείωση της πρόωρης αποχώρησης.
Επομένως, δύο ασφαλισμένοι που αποχωρούν στην ίδια ηλικία δεν είναι απαραίτητο να λάβουν το ίδιο ποσό εθνικής σύνταξης, καθώς παίζουν ρόλο τόσο τα χρόνια ασφάλισης όσο και άλλες νόμιμες προϋποθέσεις.
Η μειωμένη δεν μετατρέπεται αργότερα σε πλήρη
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται πριν από την υποβολή της αίτησης, καθώς η επιλογή της μειωμένης σύνταξης έχει μόνιμο χαρακτήρα.
Ο e-ΕΦΚΑ διευκρινίζει ότι μια μειωμένη σύνταξη γήρατος δεν μετατρέπεται αργότερα σε πλήρη, ακόμη και όταν ο συνταξιούχος φτάσει στην ηλικία στην οποία θα μπορούσε κανονικά να λάβει πλήρη σύνταξη.
Αυτό σημαίνει ότι η μείωση στο αντίστοιχο τμήμα της σύνταξης ακολουθεί τον συνταξιούχο και μετά τη συμπλήρωση του πλήρους ορίου ηλικίας.
Πότε μπορεί να συμφέρει
Η απόφαση για μειωμένη ή πλήρη σύνταξη δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της μηνιαίας παροχής. Ο ασφαλισμένος πρέπει να συνυπολογίσει πόσα χρόνια νωρίτερα μπορεί να αποχωρήσει, το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης που δικαιούται και την πραγματική μηνιαία απώλεια από τη μείωση της εθνικής σύνταξης.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η πραγματική ποσοστιαία απώλεια στο συνολικό ποσό είναι αισθητά μικρότερη από 30%, ακριβώς επειδή το «κούρεμα» αφορά μόνο την εθνική σύνταξη.
Γι’ αυτό πριν από την επιλογή πρόωρης εξόδου χρειάζεται εξατομικευμένος υπολογισμός. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς «πόσο είναι το πέναλτι», αλλά πόσα ευρώ χάνει πραγματικά κάθε μήνα ο ασφαλισμένος σε σχέση με το πόσα χρόνια νωρίτερα μπορεί να συνταξιοδοτηθεί.