Έρευνα EY: Η AI επηρεάζει τις αποφάσεις υγείας περισσότερο από τα social media
Η τεχνητή νοημοσύνη περνά από την απλή ενημέρωση στις πραγματικές αποφάσεις για την υγεία. Περισσότεροι από τους μισούς καταναλωτές δηλώνουν ότι έχουν ήδη ζητήσει ή θα εξέταζαν το ενδεχόμενο να ζητήσουν εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση επηρεασμένοι από πληροφορίες που έλαβαν μέσω εργαλείων AI.
Το ποσοστό φτάνει το 56%, σύμφωνα με το Global Consumer Health Report 2026 της EY, το οποίο βασίζεται σε διεθνή διαδικτυακή έρευνα περίπου 7.500 ενηλίκων από δέκα χώρες.
Η επιρροή των μηχανών αναζήτησης εμφανίζεται ακόμη μεγαλύτερη. Το 70% των ερωτηθέντων απαντά ότι έχει ζητήσει ή θα μπορούσε να ζητήσει μια ιατρική εξέταση, θεραπεία ή συνταγή με βάση πληροφορίες που εντόπισε στο διαδίκτυο.
Παρά τη στροφή στα ψηφιακά κανάλια, οι κλινικοί γιατροί διατηρούν την πρώτη θέση στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Η έρευνα τούς καταγράφει ως την πιο αξιόπιστη πηγή, με ποσοστό 89%, έναντι 68% για τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Η AI επηρεάζει πλέον και το αίτημα προς τον γιατρό
Οι ασθενείς δεν φτάνουν πια στο ιατρείο χωρίς προηγούμενη πληροφόρηση. Πολλοί έχουν ήδη αναζητήσει τα συμπτώματά τους, έχουν διαβάσει για πιθανές διαγνώσεις και έχουν σχηματίσει άποψη για την εξέταση ή τη θεραπεία που θεωρούν κατάλληλη.
Η αλλαγή αυτή επηρεάζει τη σχέση γιατρού και ασθενούς. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά, σύμφωνα με την έρευνα, την εμπιστοσύνη στον επαγγελματία υγείας. Ωστόσο, διαμορφώνει σε αυξανόμενο βαθμό τα ερωτήματα και τις απαιτήσεις που φέρνει ο πολίτης στη συνάντηση μαζί του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η AI επηρεάζει την πρόθεση για αναζήτηση θεραπείας περισσότερο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την τεχνητή νοημοσύνη φτάνει το 56%, για τα social media περιορίζεται στο 45%.
Τα GLP-1 και τα νέα κανάλια πρόσβασης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για τα φάρμακα GLP-1, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως στη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και, ανάλογα με την εγκεκριμένη ένδειξη, στη διαχείριση της παχυσαρκίας.
Το 58% των συμμετεχόντων που χρησιμοποιούν GLP-1 δηλώνει ότι απέκτησε τη σχετική συνταγή μέσω επαγγελματία υγείας. Ωστόσο, αρκετοί αναφέρουν και διαφορετικές διαδρομές πρόσβασης:
- Το 23% μέσω προγράμματος διαχείρισης βάρους.
- Το 20% μέσω πλήρως διαδικτυακού παρόχου.
- Το 20% μέσω άτυπης πηγής, όπως φίλοι ή συγγενείς.
Τα ποσοστά αυτά δεν πρέπει να αθροίζονται υποχρεωτικά ως αμοιβαία αποκλειόμενες κατηγορίες, καθώς αποτυπώνουν τις απαντήσεις των συμμετεχόντων για τα κανάλια πρόσβασης.
Περισσότερη χρήση AI από όσους λαμβάνουν GLP-1
Οι χρήστες φαρμάκων GLP-1 εμφανίζονται περισσότερο εξοικειωμένοι με τις ψηφιακές πηγές ενημέρωσης.
Το 60% δηλώνει ότι βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη για πληροφορίες υγείας, έναντι 37% μεταξύ όσων δεν χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα φάρμακα.
Ανάλογη απόσταση καταγράφεται και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: 37% των χρηστών GLP-1 τα χρησιμοποιεί για θέματα υγείας, έναντι 20% των μη χρηστών.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στις νεότερες γενιές. Οι συμμετέχοντες της Gen Z και της Gen Y που λαμβάνουν GLP-1 είναι πιθανότερο να τα αποκτούν μέσω διαδικτυακών παρόχων σε σύγκριση με τη Gen X και τους baby boomers, με ποσοστά 27% και 10% αντίστοιχα.
Παράλληλα, το 26% των νεότερων χρηστών αναφέρει πρόσβαση μέσω άτυπων πηγών, έναντι 9% στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Εμφάνιση και ψυχική ευεξία στα κίνητρα των νεότερων
Οι διαφορές δεν περιορίζονται στον τρόπο πρόσβασης. Αφορούν και τους λόγους χρήσης.
Μεταξύ των νεότερων συμμετεχόντων, το 35% συνδέει τη λήψη GLP-1 με την εξωτερική εμφάνιση, έναντι 18% στις μεγαλύτερες γενιές. Επίσης, το 34% επικαλείται τη ψυχική ευεξία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις μεγαλύτερες ηλικίες ανέρχεται σε 14%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ένα μέρος των καταναλωτών αντιμετωπίζει πλέον τα συγκεκριμένα φάρμακα όχι μόνο μέσα από το πρίσμα μιας ιατρικής ένδειξης, αλλά και ως εργαλείο επίτευξης προσωπικών στόχων.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αποκτούν κρίσιμη σημασία η επιστημονική ενημέρωση, η αξιολόγηση από γιατρό και η συστηματική παρακολούθηση.
Αυξημένες αναφορές αρνητικών αποτελεσμάτων
Η ανάλυση της EY για την AI και τα GLP-1 καταγράφει ένα ανησυχητικό εύρημα: οι χρήστες GLP-1 είναι σχεδόν δύο φορές πιθανότερο να αναφέρουν αρνητικό αποτέλεσμα αφού ενήργησαν βάσει πληροφορίας από εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης.
Το ποσοστό φτάνει το 43%, έναντι 23% μεταξύ όσων δεν χρησιμοποιούν GLP-1.
Ακόμη υψηλότερο, στο 63%, εμφανίζεται μεταξύ όσων απέκτησαν πρόσβαση στα φάρμακα μέσω άτυπων πηγών. Αντίθετα, μεταξύ όσων τα έλαβαν μέσω επαγγελματία υγείας το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 38%.
Η επαφή με γιατρό συνδέεται με μεγαλύτερη συνέχεια
Διαφορές εμφανίζονται και στη συνέχιση της θεραπείας.
Από όσους απέκτησαν GLP-1 μέσω επαγγελματία υγείας, το 41% είχε διακόψει τη χρήση. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 47% για όσους στράφηκαν σε διαδικτυακούς παρόχους και στο 49% για όσους χρησιμοποίησαν άτυπα κανάλια.
Η διαφορά δεν είναι τεράστια, αλλά υποδεικνύει ότι η σύνδεση με οργανωμένη ομάδα φροντίδας μπορεί να ενισχύει τη συνέπεια και την παρακολούθηση.
Ο γιατρός παραμένει, συνεπώς, κρίσιμος όχι μόνο για την αρχική απόφαση, αλλά και για την αξιολόγηση της πορείας, την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών και την προσαρμογή της θεραπείας.
Τα δεδομένα από wearables μένουν συχνά αναξιοποίητα
Η ψηφιακή υγεία δεν περιορίζεται στις μηχανές αναζήτησης και στα chatbots. Το 57% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι παρακολουθεί δεδομένα σχετικά με την υγεία του.
Ωστόσο, μόλις το 30% απαντά ότι ο γιατρός του έχει πρόσβαση στα δεδομένα από φορητές συσκευές και τα χρησιμοποιεί ενεργά.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: οι πολίτες συγκεντρώνουν συνεχώς περισσότερες μετρήσεις, όμως μεγάλο μέρος αυτής της πληροφορίας δεν εντάσσεται στην οργανωμένη κλινική φροντίδα.
Τρεις αλλαγές για τους οργανισμούς Υγείας
Η EY προτείνει στους οργανισμούς Υγείας να περάσουν από την αποσπασματική αντιμετώπιση της ασθένειας σε μια περισσότερο συνεχή και προληπτική σχέση με τον πολίτη.
Η μετάβαση αυτή στηρίζεται σε τρεις κατευθύνσεις:
- Εξατομικευμένη και προληπτική υποστήριξη, ώστε ο πολίτης να λαμβάνει τεκμηριωμένες αποφάσεις πριν εμφανιστεί ένα σοβαρό πρόβλημα.
- Συνδυασμός ψηφιακών και φυσικών υπηρεσιών, με διαλειτουργικά δεδομένα, wearables και δυνατότητες απομακρυσμένης παρακολούθησης.
- Ολοκληρωμένα μοντέλα φροντίδας που αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματα και όχι μόνο τον αριθμό των επιμέρους ιατρικών πράξεων.
Σχεδόν τρεις στους τέσσερις ερωτηθέντες θεωρούν πιθανό ότι μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια οι πολίτες θα χρησιμοποιούν συστηματικά την τεχνολογία για μια πρώτη αξιολόγηση ή αυτοδιάγνωση πριν επισκεφθούν επαγγελματία υγείας.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ