Επίδομα ή δουλειά; Όταν η αύξηση του μισθού γίνεται οικονομική παγίδα
Ένα παράδοξο φαινόμενο καταγράφεται στην ελληνική αγορά εργασίας. Την ώρα που η ανεργία έχει υποχωρήσει σε μονοψήφια ποσοστά και κλάδοι όπως ο τουρισμός, η μεταποίηση και οι κατασκευές αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, για αρκετούς πολίτες η ανάληψη εργασίας ή ακόμη και μια μικρή αύξηση μισθού μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική ζημιά.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος επισημαίνει ότι το σύστημα κοινωνικών παροχών, παρότι προσφέρει ουσιαστική στήριξη στα ασθενέστερα νοικοκυριά, δημιουργεί σε ορισμένες περιπτώσεις «παγίδες φτώχειας και ανεργίας». Αιτία είναι ο συνδυασμός φόρων, ασφαλιστικών εισφορών και απότομης διακοπής επιδομάτων όταν αυξάνεται το εισόδημα.
Το εισόδημα που εξανεμίζεται
Κεντρικό ρόλο στη μελέτη έχει ο Συντελεστής Φορολόγησης Συμμετοχής, γνωστός ως PTR. Ο δείκτης αποτυπώνει πόσο από το πρόσθετο εισόδημα χάνεται όταν ένας άνεργος ξεκινά να εργάζεται ή όταν ένας ήδη εργαζόμενος αυξάνει τις αποδοχές του.
Στον υπολογισμό δεν περιλαμβάνονται μόνο οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και τα επιδόματα που περιορίζονται ή καταργούνται εξαιτίας της αύξησης του οικογενειακού εισοδήματος.
Σε ακραίες περιπτώσεις, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να φτάσει ακόμη και το 99,6%. Αυτό σημαίνει ότι από κάθε 100 ευρώ πρόσθετου μισθού, το καθαρό όφελος για το νοικοκυριό μπορεί να περιοριστεί μόλις στα 0,40 ευρώ.
Η περίπτωση της άνεργης μητέρας
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μητέρας που λαμβάνει επίδομα ανεργίας και αποφασίζει να εργαστεί με πλήρες ωράριο και κατώτατο μισθό.
Με την πρόσληψή της χάνει το επίδομα ανεργίας, ενώ η αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος μπορεί να οδηγήσει και στην απώλεια άλλων παροχών, όπως το voucher βρεφονηπιακού σταθμού, το επίδομα στέγασης και το επίδομα παιδιού. Αν προστεθούν οι φόροι και οι ασφαλιστικές κρατήσεις, το τελικό οικονομικό όφελος από την εργασία σχεδόν μηδενίζεται.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή της μη εργασίας δεν αποτελεί απαραίτητα άρνηση απασχόλησης, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε οικονομικά ορθολογική απόφαση για την επιβίωση του νοικοκυριού.
Πώς μια αύξηση μπορεί να μειώσει το εισόδημα
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν τα επιδόματα διακόπτονται απότομα μόλις ξεπεραστεί ένα εισοδηματικό όριο.
Για παράδειγμα, εργαζόμενος που λαμβάνει επίδομα στέγασης ύψους 1.680 ευρώ τον χρόνο μπορεί να το χάσει ολόκληρο εξαιτίας μιας μικρής μισθολογικής αύξησης. Έτσι, μια προαγωγή ή μια αναπροσαρμογή αποδοχών ενδέχεται να μειώσει αντί να αυξήσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του.
Οι προτάσεις των ερευνητών
Οι αναλυτές εισηγούνται σταδιακή και αναλογική μείωση των επιδομάτων όσο αυξάνεται το εισόδημα, ώστε να αποφεύγεται η πλήρης απώλεια μιας παροχής λόγω οριακής υπέρβασης.
Παράλληλα, προτείνουν τη θέσπιση ανώτατου ορίου στη συνολική επιβάρυνση από φόρους, εισφορές και περικοπές επιδομάτων, καθώς και την καθολική παροχή κρίσιμων υπηρεσιών, όπως η πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς.
Στόχος δεν είναι η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, αλλά ο επανασχεδιασμός του, ώστε η ανάληψη εργασίας και η αύξηση του μισθού να οδηγούν πάντοτε σε πραγματική βελτίωση του εισοδήματος.