Επικαιρότητα

ΓΣΕΕ: Νοικοκυριά σε απόγνωση

«Δυσκολία στην κάλυψη των λογαριασμών – Άπιαστο όνειρο οι διακοπές»

Τραγικές οι συνθήκες διαβίωσης του 15,9% το 2020

Τα μισά νοικοκυριά δεν μπορούν να πάνε ούτε μία εβδομάδα διακοπές. Το 1/3 των νοικοκυριών αντιμετωπίζει σοβαρή δυσκολία να καλύψει τους τρέχοντες πάγιους λογαριασμούς του, όπως είναι μια δόση δανείου, ή το μηνιαίο ενοίκιο. Αυτά είναι μερικά μόνο, από τα στοιχεία που αναδεικνύει το δελτίο οικονομικών εξελίξεων της ΓΣΕΕ, τα οποία δείχνουν την περαιτέρω φτωχοποίηση των ελληνικών νοικοκυριών, όπως συντελέστηκε το 2020, χρονιά πανδημίας.

Η ουσιαστική  αύξηση της απασχόλησης και του διαθέσιμου εισοδήματος, σε συνδυασμό με τη διατηρησιμότητα του δημόσιου χρέους και της συνολικής ζήτησης, θα κρίνουν τη δυναμική της ανάκαμψης που έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία.

Στο δελτίο οικονομικών εξελίξεων που δημοσίευσε η ΓΣΕΕ, τονίζεται μεταξύ άλλων ότι σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει και ο διεθνής παράγοντας, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι επιπτώσεις της ακρίβειας στην αγοραστική δύναμη και στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Το Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ επιμένει να ζητάει να διατηρηθούν σε ισχύ  τα προγράμματα στήριξης των εργαζομένων στις επιχειρήσεις και στους κλάδους της οικονομίας που έχουν πληγεί από την πανδημία. Στόχος ήταν και είναι να ελαχιστοποιηθούν οι απώλειες θέσεων εργασίας, ώστε μετά την πανδημία να υπάρξει γρήγορη και βιώσιμη ανάκαμψη της αγοράς εργασίας. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να υπάρχουν στοχευμένες πολιτικές στήριξης της απασχόλησης για τους νέους, για όσους έχουν χαμηλή ειδίκευση και για τους μακροχρόνια ανέργους.

Το 15,9% των πολιτών άνω των 18 ετών, διαβιούσε το 2020 σε συνθήκες σοβαρής υλικής υστέρησης. Μόνο στο πεδίο των εργαζομένων για την ίδια περίοδο, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 11,7%, αυξημένο κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες από το 2017 και μετά. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ των 27 κρατών-μελών.

Επίσης, στην Ελλάδα διαπιστώθηκε ότι το 2020 ένας στους δύο ανέργους (45,2%) και ένας στους τέσσερις οικονομικά μη ενεργούς (25,3%) κάτω των 65 ετών, βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας. Αιτία είναι, κατά το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η χρόνια αναποτελεσματικότητα που προκύπτει από το «δίχτυ» κοινωνικής προστασίας.

Τα στοιχεία του Ινστιτούτου δείχνουν ότι κατά την περσινή χρονιά αυξήθηκε στο 53,5%, από 49,2% που ήταν το 2019, το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν ότι αδυνατούν να καλύψουν οικονομικά το κόστος μιας εβδομάδας διακοπών εκτός σπιτιού. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωζώνη ήταν 26,2%, μόλις… Επίσης, το 50,4% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δεν μπορούσαν να καλύψουν τις έκτακτες ανάγκες τους, το 36,5% δυσκολεύτηκε με την πληρωμή λογαριασμών (πχ δόση δανείου, ενοίκιο), ενώ το 35,5% εξέφρασε μεγάλη δυσκολία να τα βγάλει πέρα οικονομικά. Επίσης, το 16,7% των νοικοκυριών αντιμετώπισε πρόβλημα να κρατήσει το σπίτι ζεστό και το 12,4% δεν κατάφερε κάθε δεύτερη μέρα να παρέχει διατροφή που να περιλαμβάνει κρέας, ψάρι, κοτόπουλο ή αντίστοιχης θρεπτικής αξίας λαχανικά.

Σε σχέση με τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών, τα στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το 2020, δείχνουν ότι τόσο για τα φτωχά, όσο και για τα μη φτωχά νοικοκυριά, αυτή υπερβαίνει τον κατώτατο μισθό. Έτσι διαπιστώνεται ότι η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών αντιστοιχεί στο 88% του μισθού διαβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι όσο ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της σχετικής και της απόλυτης φτώχειας, ενώ παράγονται και χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας,  τόσο το ποσοστό ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας θα παραμένει υψηλό. Τα άτομα αυτά θα αναγκάζονται να δανειστούν ή να αξιοποιήσουν τις καταθέσεις τους, γεγονός που τα καθιστά ακόμα πιο φτωχά.

Πρόβλημα εντοπίζεται επίσης και στην κάλυψη ενυπόθηκων δανείων. Με το 47% όσων έλαβαν κάποιας μορφής δάνειο να δηλώνει ότι το  έπραξε για να καλύψει ανάγκες διαβίωσης, φαίνεται ότι δυσκολία στην κάλυψή του έχει το 1/3 όλων των νοικοκυριών (φτωχά και μη φτωχά). Είναι χαρακτηριστικό ότι το 35% των νοικοκυριών και το 60% των φτωχών νοικοκυριών δεν είχε αποταμιεύσεις για  να στηρίξει το επίπεδο διαβίωσής του, σε περίπτωση που μείνει χωρίς εισόδημα. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα αποταμίευσης. Φαίνεται ότι μόλις το 9% των φτωχών νοικοκυριών κατάφερε να αποταμιεύσει εντός του 2020, ποσοστό που ανέρχεται στο 37/% όταν η αναφορά γίνεται για το σύνολο των νοικοκυριών.