2005
EuroBasket 2005: Η βραδιά που η Εθνική ανέβηκε στην κορυφή της Ευρώπης

Σαν σήμερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2005, η Εθνική Ελλάδας είχε ένα ακόμη ραντεβού με την ιστορία. Αυτή τη φορά δεν το έχασε. Η ομάδα του Παναγιώτη Γιαννάκη επικράτησε της Γερμανίας με 78-62 στον τελικό του EuroBasket και κατέκτησε το δεύτερο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της ιστορίας της, 18 χρόνια μετά τον θρίαμβο του 1987.
Το τελευταίο σφύριγμα στη Belgrade Arena βρήκε τους Έλληνες διεθνείς αγκαλιασμένους στο παρκέ και χιλιάδες φιλάθλους να πανηγυρίζουν στους δρόμους. Ήταν η δικαίωση μιας ομάδας που δεν στηρίχθηκε σε έναν μεγάλο σκόρερ, αλλά στην άμυνα, στην ομαδικότητα και στην πίστη ότι μπορούσε να ανατρέψει οποιαδήποτε κατάσταση.
Η επίσημη ιστορική καταγραφή της FIBA επιβεβαιώνει την Ελλάδα ως πρωταθλήτρια του EuroBasket 2005, με τη Γερμανία στη δεύτερη θέση και τη Γαλλία στην τρίτη.

Η Εθνική που δεν ταξίδεψε ως φαβορί
Η Ελλάδα δεν ξεκίνησε τη διοργάνωση ως το μεγάλο φαβορί. Διέθετε, όμως, ένα σύνολο με ξεκάθαρους ρόλους, ψηλά γκαρντ, ισχυρή άμυνα και παίκτες που είχαν μάθει να λειτουργούν μέσα σε συνθήκες πίεσης.
Ο αρχηγός Μιχάλης Κακιούζης είχε δηλώσει πριν από το τουρνουά ότι η ομάδα πήγαινε για το χρυσό. Η δήλωση ακούστηκε τολμηρή, καθώς η διοργάνωση περιλάμβανε παραδοσιακές δυνάμεις και μερικούς από τους κορυφαίους παίκτες του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Η ήττα από τη Σλοβενία στη φάση των ομίλων έφερε την πρώτη δυσκολία. Στη συνέχεια, η Εθνική ξεπέρασε το εμπόδιο του Ισραήλ και προκρίθηκε στα προημιτελικά, όπου αντιμετώπισε τη Ρωσία του Αντρέι Κιριλένκο.
Οι Ρώσοι προηγήθηκαν με 33-26 στο ημίχρονο, όμως η Ελλάδα άλλαξε τον ρυθμό του αγώνα, περιόρισε τα επιθετικά τους όπλα και έφτασε στη νίκη με 66-61. Ήταν η πρώτη μεγάλη ανατροπή μιας πορείας που θα αποκτούσε ακόμη πιο δραματική συνέχεια.
Το τρίποντο του Διαμαντίδη που έστειλε την Ελλάδα στον τελικό
Ο ημιτελικός με τη Γαλλία, στις 24 Σεπτεμβρίου, παραμένει μία από τις πιο συγκλονιστικές αναμετρήσεις στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.
Με 43 δευτερόλεπτα να απομένουν, η Γαλλία προηγήθηκε με επτά πόντους. Όλα έδειχναν ότι η ελληνική προσπάθεια τελείωνε εκεί. Η ομάδα του Παναγιώτη Γιαννάκη, όμως, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το παιχνίδι.
Οι διεθνείς πίεσαν στην άμυνα, εκμεταλλεύτηκαν κάθε λάθος και μείωσαν τη διαφορά. Στην τελευταία επίθεση, ο Νίκος Ζήσης κινήθηκε προς το καλάθι και έδωσε την μπάλα στον Δημήτρη Διαμαντίδη. Εκείνος σούταρε έξω από τη γραμμή των τριών πόντων και διαμόρφωσε το τελικό 67-66, μόλις τρία δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη.
Ήταν ένα σουτ που πέρασε αμέσως στη συλλογική μνήμη. Παράλληλα, αποτύπωσε σε λίγα δευτερόλεπτα ολόκληρη τη φιλοσοφία εκείνης της ομάδας: ψυχραιμία, σωστή απόφαση και εμπιστοσύνη στον συμπαίκτη.

Ο τελικός με τη Γερμανία του Νοβίτσκι
Μία ημέρα αργότερα, η Ελλάδα επέστρεψε στο ίδιο γήπεδο για τον τελικό απέναντι στη Γερμανία. Η αντίπαλός της είχε στη σύνθεσή της τον Ντιρκ Νοβίτσκι, έναν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους που αγωνίστηκαν στο NBA.
Ο Νοβίτσκι είχε οδηγήσει τη Γερμανία μέχρι τον τελικό και τελείωσε τη διοργάνωση ως πολυτιμότερος παίκτης. Ωστόσο, η ελληνική άμυνα δεν του επέτρεψε να ελέγξει ολοκληρωτικά τον αγώνα.
Η Εθνική μπήκε αποφασισμένη στο παρκέ και έκλεισε την πρώτη περίοδο μπροστά με 19-12. Στο ημίχρονο διατήρησε το προβάδισμα με 39-32, ενώ στην τρίτη περίοδο επέβαλε πλήρως τον ρυθμό της και ανέβασε τη διαφορά στους 16 πόντους.
Η Γερμανία δεν βρήκε απάντηση. Η Ελλάδα διαχειρίστηκε με ωριμότητα τα τελευταία λεπτά και έφτασε στη νίκη με 78-62, όπως καταγράφεται και στο επίσημο αρχείο του τελικού της FIBA.
Η μεγάλη παράσταση του Θοδωρή Παπαλουκά
Ο Θοδωρής Παπαλουκάς πραγματοποίησε μία από τις κορυφαίες εμφανίσεις της καριέρας του. Πέτυχε 22 πόντους, μοίρασε έξι ασίστ και ευστόχησε σε τέσσερα τρίποντα, παίρνοντας τον έλεγχο του αγώνα όταν η Ελλάδα χρειαζόταν έναν παίκτη να καθορίσει τον ρυθμό.
Παράλληλα, ο Νίκος Ζήσης σημείωσε 13 πόντους, ο Μιχάλης Κακιούζης πρόσθεσε 11 και ο Κώστας Τσαρτσαρής 10. Κάθε παίκτης πρόσφερε στον ρόλο του, επιβεβαιώνοντας τον συλλογικό χαρακτήρα της ομάδας.
Ο Νοβίτσκι ολοκλήρωσε τον τελικό με 23 πόντους και εννέα ριμπάουντ, όμως η ελληνική άμυνα απομόνωσε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης γερμανικής ομάδας.
Μετά την ολοκλήρωση του τουρνουά, ο Παπαλουκάς και ο Διαμαντίδης επιλέχθηκαν στην καλύτερη πεντάδα μαζί με τον Νοβίτσκι, τον Μπορίς Ντιαό και τον Χουάν Κάρλος Ναβάρο.
Η ταυτότητα της πρωταθλήτριας Ευρώπης
Τι έκανε εκείνη την Εθνική τόσο δύσκολη αντίπαλο; Η απάντηση βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο οι παίκτες συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον.
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης αξιοποίησε τα ψηλά γκαρντ, το διαρκές παιχνίδι με σκριν στην μπάλα και τις αλλαγές στην άμυνα. Η ομάδα διάβαζε γρήγορα τις αδυναμίες του αντιπάλου και δεν εξαρτιόταν από έναν μόνο σκόρερ.
Ο Παπαλουκάς μπορούσε να δημιουργήσει, ο Διαμαντίδης να ελέγξει την άμυνα, ο Ζήσης να επιτεθεί στο καλάθι και οι Κακιούζης, Τσαρτσαρής, Ντικούδης και Φώτσης να καλύψουν διαφορετικές θέσεις. Ταυτόχρονα, οι Χατζηβρέττας, Παπαδόπουλος, Σπανούλης, Μπουρούσης και Βασιλόπουλος πρόσφεραν βάθος και διαφορετικές λύσεις.
Πάνω από όλα, η Εθνική διατηρούσε τη ψυχραιμία της. Δεν πανικοβλήθηκε όταν βρέθηκε πίσω από τη Ρωσία και δεν εγκατέλειψε τον ημιτελικό όταν η Γαλλία απέκτησε προβάδισμα επτά πόντων στα τελευταία δευτερόλεπτα.

Μια επιτυχία που ένωσε ξανά την Ελλάδα
Η κατάκτηση του EuroBasket ξεπέρασε τα όρια ενός αθλητικού αποτελέσματος. Έναν χρόνο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, η επιτυχία της Εθνικής δημιούργησε ένα νέο κύμα συλλογικής αυτοπεποίθησης.
Χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους, ενώ η επιστροφή των διεθνών συνοδεύτηκε από πανηγυρική υποδοχή. Για μερικές ώρες, η δημόσια συζήτηση στράφηκε γύρω από μια ομάδα που πρόβαλε τη συνεργασία, την πειθαρχία και την επιμονή ως βασικά συστατικά της επιτυχίας.
Η συνέχεια του 2006 και η διεύρυνση του μύθου
Η επιτυχία στο Βελιγράδι δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο ξέσπασμα. Έναν χρόνο αργότερα, η Ελλάδα έφτασε μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ιαπωνία.
Στον ημιτελικό νίκησε τις Ηνωμένες Πολιτείες με 101-95, απέναντι σε μια ομάδα που διέθετε παίκτες όπως ο ΛεΜπρόν Τζέιμς, ο Ντουέιν Γουέιντ, ο Καρμέλο Άντονι και ο Κρις Πολ. Ο βασικός κορμός παρέμενε σχεδόν ίδιος με εκείνον του EuroBasket 2005, γεγονός που επιβεβαίωσε τη διάρκεια και την ποιότητα εκείνης της γενιάς.

